Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Ιερός Λόχος Μέσης Ανατολής

Ο Ιερός Λόχος ήταν ελληνική στρατιωτική "μονάδα ειδικών δυνάμεων" που συγκροτήθηκε κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου το 1942 στη Μέση Ανατολή, και αποτελείτο εξ ολοκλήρου από Έλληνες αξιωματικούς και των τριών όπλων, της τότε Βασιλικής Χωροφυλακής αλλά και από μαθητές της στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, κάτω από την εντολή του συνταγματάρχη Τσιγάντε. Πολέμησε στο πλευρό της βρετανικής ταξιαρχίας SAS στην έρημο της Λιβύης και στο Αιγαίο, καθώς επίσης και με τις ελεύθερες γαλλικές δυνάμεις του στρατηγού Ζακ Φιλίπ Λεκλέρκ (Philippe Leclerc de Hauteclocque| στην Τυνησία. Στη συνέχεια υπό τον διοικητή της μεραρχίας των Νεοζηλανδών στρατηγό Φρέυμπεργκ και τέλος υπό τον Άγγλο ταξίαρχο Τόρυμπουλ διοικητή της βρετανικής ταξιαρχίας καταδρομών σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και απελευθέρωσης νήσων Αιγαίου. Αποσυγκροτήθηκε τον Αύγουστο του 1945, ενώ απετέλεσε τον πρόδρομο των σύγχρονων ελληνικών ειδικών δυνάμεων.
Γενικά η δράση του Ιερού Λόχου ήταν κυρίως επιχειρήσεις καταδρομικές και εκκαθαριστικές με σημαντικά αξιόλογα αποτελέσματα, τόσο στη Β. Αφρική, όσο και ιδιαίτερα στο Αιγαίο.
Μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα τον Απρίλιο-Μάιο του 1941, η "ελεύθερη" ελληνική κυβέρνηση κατέφυγε στην Αίγυπτο και άρχισε να ανασυγκροτεί εκεί τις στρατιωτικές μονάδες, σχεδόν το σύνολο των ελληνικών πολεμικών πλοίων γραμμής και των πολεμικών αεροπορικών μοιρών που είχαν καταφύγει ομοίως στην Αίγυπτο. Λόγω όμως του μεγάλου αριθμού των Ελλήνων αξιωματικών σε σύγκριση με τον αριθμό των απλών στρατιωτών, οδήγησε τον αντισμήναρχο της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας Γεώργιο Αλεξανδρή στην πρόταση της δημιουργίας μιας ξεχωριστής μονάδας στρατού από εθελοντές αξιωματικούς, με καθήκοντα απλού στρατιώτη. Αυτή η πρόταση εγκρίθηκε από το διοικητή της II Ελληνικής Ταξιαρχίας, τον Συνταγματάρχη του Πεζικού Αλκιβιάδη Μπουρδάρα..Κατά συνέπεια, την 6η Σεπτεμβρίου 1942 ιδρύθηκε ο Λόχος Επιλέκτων Αθανάτων, υπό την προσωρινή διοίκηση του Επίλαρχου Αντωνίου Στεφανάκη στην Παλαιστίνη, με 143 εθελοντές κατώτερους αξιωματικούς όλων των όπλων και υπηρεσιών. Αρχικά, η μονάδα οργανώθηκε ως Λόχος Πολυβόλων και προορίστηκε για να συμπτυχθεί με την II Ελληνική Ταξιαρχία.
Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1942 αναλαμβάνει διοικητής της μονάδας ο Συνταγματάρχης Πεζικού Χριστόδουλος Τσιγάντες ο οποίος θα την μετονομάσει σε Ιερό Λόχο. Σε στενή συνεργασία με το διοικητή του 1ου Βρετανικού Συντάγματος Καταδρομών της SAS, τον Συνταγματάρχη Ντέιβιντ Στέρλινγκ (David Stirling), και με την έγκριση του ελληνικού Γενικού Επιτελείου, η μονάδα αυτή κινήθηκε προς τη βάση της SAS στο Καμπρίτ (Qabrit) στην Αίγυπτο για να αρχίσει την κατάρτισή της στο νέο ρόλο της.
Ο Ιερός Λόχος από τον Σεπτέμβριο του 1943, κατά το στάδιο των επιχειρήσεων μέχρι τον Αύγουστο του 1944 συγκροτούσε δύναμη ενός τάγματος (Battalion Force) που το αποτελούσε η ομάδα διοίκησης (Command group) και τρεις λόχοι (ομάδες) καταδρομών η Ι, η ΙΙ και η ΙΙΙ ομάδα καταδρομών, λεγόμενες και αρ-τζί, εκ των αγγλικών αρχικών (I, II, III Raid Group).
Από τον Αύγουστο του 1944 και μέχρι τον Μάιο του 1945 ο Ιερός Λόχος συγκροτούνταν από το Επιτελείο της Ομάδας διοίκησης από δύο τάγματα καταδρομών (Iη και IIη Battalions) και ένα τάγμα υποστήριξης (Support Battalion).
Κατά τις επιχειρήσεις στη Β. Αφρική ο Ιερός λόχος συμμετείχε νικηφόρα σε τρεις κυρίως μάχες και σε μία κατάληψη πόλης ως ακολούθως:
Στις 7 Φεβρουαρίου του 1943, μετά από την πρόταση του συνταγματάρχη Τσιγάντε, ο διοικητής της βρετανικής 8ης Στρατιάς, ο στρατηγός Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ (Bernard Montgomery), έθεσε τον Λόχο υπό από τις εντολές του Γάλλου στρατηγού Ζακ-Φιλίπ Λεκλέρκ (Jacques-Philippe Leclerc), του Ελεύθερου Γαλλικού 2ου τάγματος Τεθωρακισμένων, (και μετέπειτα στρατάρχη της Γαλλίας), με τα καθήκοντα ελαφρού μηχανοκίνητου ιππικού.
Στις 10 Μαρτίου του 1943, στην περιοχή Κσαρ-Ριλάν (Ksar-Rillan) της Τυνησίας, ο Ιερός Λόχος έδωσε την πρώτη μάχη του ενάντια σε ένα Γερμανικό μηχανοκίνητο απόσπασμα, δίνοντας κάλυψη στο 10ο Βρετανικό Σώμα που προχωρούσε προσπαθώντας να παρακάμψει από το Νότο την αμυντική γραμμή Μάρεθ. Κατά την επιχείρηση εκείνη καταλήφθηκε όλο το γερμανικό μηχανοκίνητο απόσπασμα.
Μετά από την κατάκτηση της Τυνησιακής πόλη Γκαμπές (Gabès) από τις συμμαχικές δυνάμεις, ο Ιερός Λόχος συμπτύχθηκε με το 2ο Σώμα των Νεοζηλανδών στις 29 Μαρτίου 1943, για να πολεμήσει ενάντια των Γερμανών στο Ουάντι Ακαρίτ (Wadi Akarit) στις 6 Απριλίου, η οποία και έληξε την ίδια μέρα νικηφόρα.
Στις 12 Απριλίου 1943 ο Ιερός Λόχος εισέβαλε στη πόλη Σους (Sousse), με πλήρη επιτυχία εκκαθάρισης και οριστικής κατάληψης.
Τέλος στις 13 Απριλίου συμμετείχε στη μάχη της Ενφινταβίλ (Enfidaville), ως τις ολοκληρωτικές εκκαθαρίσεις στις 17 Απριλίου του 1943.
Από τον Μάιο του 1943, ο Ιερός Λόχος, που τώρα αποτελείτο από 314 άτομα, μετακινήθηκε προς την Παλαιστίνη, σε διάφορα στρατόπεδα, και εκπαιδεύτηκαν ως αλεξιπτωτιστές. Εκεί επίσης αναδιοργανώθηκαν σχηματίζοντας ένα διοικητικό τμήμα, ένα κεντρικό τμήμα, και τα τμήματα Καταδρομών Α', Β' και Γ'. Μετά από την ιταλική συνθηκολόγηση στις 9 Σεπτεμβρίου 1943, οι βρετανικές δυνάμεις κινήθηκαν στα πρώην ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα. Το τμήμα Καταδρομών Α' του Ιερού Λόχου έπεσε με αλεξίπτωτα στη Σάμο στις 31 Οκτωβρίου, ενώ τα τμήματα Καταδρομών Β' και Γ' έκαναν απόβαση εκεί με αλιευτικά σκάφη. Με την αποτυχία της εκστρατείας μετά από τη μάχη της Λέρου, η Σάμος εκκενώθηκε, και ο Ιερός Λόχος αποσύρθηκε για την Μέση Ανατολή. Τον Φεβρουάριο του '44, τέθηκε κάτω από την εντολή των Βρετανικών Δυνάμεων Καταδρομών. Στις 7 Φεβρουαρίου, το Τμήμα Καταδρομών Α' μετακινήθηκε προς τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου (Σάμος, ΨαράΛέσβοςΧίος), ενώ το Τμήμα Β' μετακινήθηκε προς τα Δωδεκάνησα. Τον Απρίλιο, ο Ιερός Λόχος αποτελούσε μια δύναμη περίπου 1.000 ανδρών.
Μετά από την απελευθέρωση των ηπειρωτικών περιοχών της Ελλάδας (τον Οκτώβριο του 1944), ο Ιερός Λόχος συνέχισε την δράση του ενάντια στις υπόλοιπες γερμανικές δυνάμεις στα νησιά του Αιγαίου μέχρι το τέλος του πολέμου τον Μάιο του 1945. Τον Ιούνιο, ο Λόχος επέστρεψε στην Αίγυπτο πριν αποσυγκροτηθεί, με μια τελετή στην Αθήνα, στις 7 Αυγούστου του 1945.
Κατά τη διάρκεια της τελετής, η σημαία του Ιερού Λόχου παρασημοφορήθηκε με το υψηλότερο στρατιωτικό παράσημο της Ελλάδος, τον χρυσό σταυρό της ανδρείας και τον Ελληνικό πολεμικό σταυρό Α' Τάξεως.Σήμερα η σημαία του, εκτίθεται στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα. Οι απώλειες του Ιερού Λόχου σε όλη την διάρκεια ύπαρξής του ανήλθαν σε 25 νεκρούς, 56 τραυματίας, 3 αγνοουμένους και 29 ομήρους.
Στον Ελληνικό στρατό, η παράδοση του Ιερού Λόχου συνεχίστηκε αρχικά από τους Λόχους Ορεινών Καταδρομών (ΛΟΚ), που ιδρύθηκαν το 1946 οι οποίοι στη συνέχεια μετεξελίχθηκαν στις Δυνάμεις Καταδρομών και σήμερα, στις σύγχρονες Ελληνικές Ειδικές Δυνάμεις.

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Επέτειος Ιδρυσης)

Το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, (Ε.Ι.Ρ.), ήταν ο κρατικός φορέας που διαχειρίστηκε την ελληνική κρατική ραδιοφωνία (αρχικά), πρώην Α.Ε.Ρ.Ε. (κατά τη διάρκεια της κατοχής) και πρώην Υ.Ρ.Ε.(προπολεμικά), και την κρατική τηλεόραση (στη συνέχεια), ως "Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης" (Ε.Ι.Ρ.Τ.), από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και το 1987. Κατείχε το αποκλειστικό δικαίωμα εκπομπής, μαζί με την Υ.ΕΝ.Ε.Δ., έως και το 1987. Με το νόμο 1730/1987 η ΥΕΝΕΔ και το Ε.Ι.Ρ.Τ. συγχωνεύτηκαν και ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση, που λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας με έδρα την Αθήνα (Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Α.Ε.).
Το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας ιδρύθηκε με την Συντακτική Πράξη 54/1945 "Περί ιδρύσεως Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας" δια της οποίας και περιήλθε στη κυριότητά του όλη η περιουσία της πρώην Α.Ε.Ρ.Ε., που είχε δημιουργηθεί στη κατοχή. Με την ίδια συντακτική πράξη το Ε.Ι.Ρ. αποτελούσε Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου που υπάχθηκε υπό τον έλεγχο του τότε Υπουργείου Τύπου, ενώ το τεχνικό τμήμα στο τότε Υπουργείο Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων (Διεύθυνση Τηλεπικοινωνιών).
Η Διοίκηση του Ε.Ι.Ρ. ασκούταν από το Διοικητικό Συμβούλιο του οποίου κύριο εκτελεστικό όργανο ήταν ο Γενικός Διευθυντής του Ιδρύματος που προΐστατο όλων των διευθύνσεων και υπηρεσιών.
Το ΕΙΡ συγκροτούνταν α) από την Κεντρική Υπηρεσία, β) τις Εξωτερικές Υπηρεσίες Αθηνών και γ) τις Εξωτερικές Υπηρεσίες Επαρχιών
Η Κεντρική Υπηρεσία απαρτίζονταν από τις ακόλουθες 4 διευθύνσεις:
  • Διεύθυνση εκπομπών και προγράμματος
  • Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών
  • Διεύθυνση Διοικητικού
  • Υπηρεσία Γενικής Γραμματείας (που υπάγονταν απ΄ ευθείας στον Γενικό Διευθυντή)
Τις Εξωτερικές Υπηρεσίες Αθηνών συγκροτούσαν τα ακόλουθα συγκροτήματα και συνεργεία
  • Το Συγκρότημα Ραδιοφωνικών Θαλάμων Αθηνών (Ραδιοθάλαμοι Ζαππείου)
  • Το Συγκρότημα Πομπών (Μπογιατίου και Λιοσίων).
  • Το Κέντρο Λήψεως (για αναμετάδοση προγραμμάτων).
  • Το Κέντρο Εκπαίδευσης τεχνικών, που αφορούσε ειδική σχολή εκπαίδευσης.
  • Τα Εργαστήρια Μετρήσεων – Διακριβώσεων και Εφαρμογών, σκοπός των οποίων ήταν ο έλεγχος της σταθερότητας της συχνότητας των πομπών, οι έλεγχοι των μηχανημάτων των εγκαταστάσεων, μετρήσεις αγωγιμότητας εδάφους, και άλλες συναφείς μετρήσεις καθώς και συναρμολογήσεις και εγκαταστάσεις νέου εξοπλισμού.
  • Τα Συνεργεία Βιομηχανικών Παρασίτων (Αθηνών και Πειραιώς) σκοπός των οποίων ήταν η ανίχνευση πηγών ραδιοπαρασίτων που προέρχονταν κυρίως από βιομηχανικές μονάδες και η μέτρηση της στάθμης αυτών.
Τις Εξωτερικές Υπηρεσίες Επαρχιών συγκροτούσαν (1965) οι
  • Σταθμοί Α΄ τάξεως: Ραδιοφωνικός Σταθμός Θεσσαλονίκης.
  • Σταθμοί Β΄ τάξεως: Ραδιοφωνικός Σταθμός Κερκύρας.
  • Σταθμοί Γ΄ τάξεως: Ραδιοφωνικοί Σταθμοί Καβάλας, Κομοτινής, Ρόδου και Χανίων.
  • Σταθμοί Δ΄ τάξεως: στην κατηγορία αυτή υπάγονταν αυτόματοι σταθμοί αναμεταδόσεων, που διατηρούσαν μόνο φυλάκια, και τα
  • Συνεργεία Βιομηχανικών Παρασίτων Επαρχιών, (αντίστοιχα των Αθηνών).
Το Προσωπικό του Ιδρύματος αποτελούσαν α) οι υπάλληλοι και β) οι συνεργάτες εκπομπών και προγράμματος. Οι υπάλληλοι διακρίνονταν σε μονίμους και σε συμβασιούχους. Οι συνεργάτες εκπομπών και προγράμματος διακρίνονταν σε τακτικούς και έκτακτους. Οι τακτικοί δεν μπορούσαν να υπερβούν σε αριθμό τους 180, εκτός αν αυξάνονταν οι ώρες προγραμμάτων όπου δικαιολογούσε μέχρι 7 επιπλέον ανά πρόσθετη ώρα προγράμματος, καλούμενοι έκτακτοι. Στους συνεργάτες εκπομπών και προγράμματος περιλαμβάνονταν δημοσιογράφοι, λογοτέχνες, καλλιτέχνες, επιστήμονες, μεταφραστές κ.λπ. οι οποίοι αμοίβονταν μηνιαία, ή ημερήσια ή κατ΄ αποκοπή.

Επισήμως εγκαινιάστηκε στις 16 Ιουλίου 1945 και λειτούργησε στις εγκαταστάσεις από τις οποίες εξέπεμπε από το 1938 ο κρατικός Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών της Υ.Ρ.Ε. και μετέπειτα της Α.Ε.Ρ.Ε. Οι εκπομπές παράγονταν στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου ενώ χρησιμοποιήθηκε η κεραία μεσαίων των Λιοσίων. Οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους ανατίναξαν τον ιστό της κεραίας, έτσι το κόστος της επανενεργοποίησης ήταν μεγάλο. Σημαντικό ποσοστό του υλικοτεχνικού εξοπλισμού προέρχονταν από τις πολεμικές επανορθώσεις. Κατά την πρώτη περίοδο μετά την ίδρυση του ραδιοσταθμού βασικός διοργανωτής του Ε.Ι.Ρ. ήταν ο στρατηγός Χριστόδουλος Τσιγάντες και σημαντικοί διευθυντές οι λογοτέχνες Στρατής Μυριβήλης και Οδυσσέας Ελύτης.

Από την πρώτη κι όλας εκπομπή του ραδιοσταθμού Αθηνών, χρησιμοποιήθηκε το σήμα του «τσοπανάκου»,[1] μια ειδική σύνθεση με φλογέρα και κουδούνια, εξαιρετικά χαρακτηριστική μέχρι και σήμερα. Ακολουθούσε ο εκφωνητής που άρθρωνε τη φράση «Εδώ Αθήναι». Αρκετά χρόνια μετά, με τον εκσυγχρονισμό της ραδιοφωνίας, ο ραδιοσταθμός Αθηνών του Ε.Ι.Ρ. διατηρώντας τον ενημερωτικό προσανατολισμό μετεξελίχθηκε σε Πρώτο Πρόγραμμα, στη συνέχεια σε ΕΡΑ1 ενώ σήμερα ονομάζεται ΝΕΤ 105,8 (επιρροή από την ΝΕΤ). Εξακολουθεί να εκπέμπει με εξαιρετικά ισχυρό σήμα στη συχνότητα των 729 kHz (AM), ενώ αναμεταδίδεται στους 105,8 και 91,6 μεγακύκλους (MHz) (FM) για την Αττική και σε διάφορες συχνότητες ανά την Ελλάδα.
Μετά την ομαλοποίηση της λειτουργίας του ραδιοσταθμού του Ε.Ι.Ρ. στην Αθήνα, άρχισε η ίδρυση ραδιοφωνικών σταθμών και στην επαρχία. Το 1947 το Ε.Ι.Ρ. αγοράζει τον εξοπλισμό ραδιοσταθμού Θεσσαλονίκης του Χρίστου Τσιγγιρίδη που είχε ξεκινήσει τις εκπομπές στην πόλη 20 χρόνια νωρίτερα. Το ΕΙΡ εγκαθιστά νέο ισχυρότερο πομπό, ενώ οι ραδιοθάλαμοι φιλοξενούνται δίπλα στο στρατιωτικό θέατρο. Αρκετά χρόνια αργότερα οι πομποί μεσαίων του Ε.Ι.Ρ. μεταφέρονται στην Περαία, όπου και παρεμένουν μέχρι σήμερα.
Μια σειρά από περιφερειακοί ραδιοφωνικοί σταθμοί άρχισαν να ιδρύονται στις πόλεις της επαρχίας, που μαζί με τους τοπικούς σταθμούς της ΥΕΝΕΔ απετέλεσαν το μετέπειτα δίκτυο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στην επαρχία.
Στις 11 Μαΐου του 1952 ξεκίνησε τη λειτουργία του το Δεύτερο Πρόγραμμα. Αποτέλεσε μια προσπάθεια εναλλακτικού ψυχαγωγικού προγράμματος, συμπληρωματικού ως προς το πρώτο πρόγραμμα. Αρχικά εξέπεμψε στους 666 χιλιόκυκλους ή 451 μέτρα, ενώ με το πέρασμα του χρόνου η συχνότητα άλλαξε στους 1386 στα μεσαία, τους 93,6 στα FM για να καταλήξει σήμερα στους 103,7 και 102,9 μεγάκυκλους στα FM.
Το Τρίτο Πρόγραμμα βγήκε στον αέρα στις 19 Σεπτεμβρίου του 1954, με πρωτοβουλία του Διονυσίου Ρώμα. Ο σταθμός είχε ως κύριο πρόγραμμα εκπομπές με κλασική μουσική, ενώ γνώρισε σημαντική άνθηση την περίοδο που επικεφαλής βρίσκονταν ο Μάνος Χατζιδάκις.

    Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

    Γρηγόρης Λαμπράκης

    Ο Γρηγόρης Λαμπράκης (1912 - 26 Μαΐου 1963) ήταν γιατρόςαθλητής, και πολιτικός που δολοφονήθηκε από παρακρατικούς.
    Ο Γρηγόρης Λαμπράκης γεννήθηκε το 1912 στην Κερασίτσα Αρκαδίας και ήταν το 14ο παιδί από τα συνολικά 18 που απέκτησαν οι γονείς του. Σπούδασε ιατρική στοΠανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύτηκε στη γυναικολογία. Υπήρξε αθλητής με πολλές πανελλήνιες και βαλκανικές νίκες και κατείχε για 23 χρόνια (ως το 1959) το πανελλήνιο ρεκόρ στο μήκος με επίδοση 7,37 μ. Στην διάρκεια της κατοχής διοργάνωνε με άλλους συναθλητές του αγώνες, διαθέτοντας τα έσοδα σε λαϊκά συσσίτια. Το 1950 κατέλαβε τη θέση του υφηγητή Μαιευτικής - Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παντρεύτηκε την Δήμητρα Μπαταργιά με την οποία απέκτησε δυο γιούς τον Θοδωρή και τον Γρηγόρη.
    Στα μέσα Δεκεμβρίου του 1957 ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής θα μεταβεί στο Παρίσι, στη σημαντικότερη διάσκεψη του ΝΑΤΟ. Ο Καραμανλής πρόβαλε με την ομιλία του την περιβόητη αρχή της καθολικότητας, απαλλάσσοντας έτσι την Ελλάδα από τη μονομερή δέσμευση για την εγκατάσταση πυραύλων, μέχρι να συμφωνήσουν στην εξάπλωση των πυραύλων όλες οι χώρες της συμμαχίας. Αυτή η κατάσταση άνδρωσε το φιλειρηνικό κίνημα.
    Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1961 ο Λαμπράκης εκλέχτηκε βουλευτής Πειραιάσυνεργαζόμενος με την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος της «Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη». Στις 21 Απριλίου 1963 αψηφώντας σχετική απαγόρευση της αστυνομίας, πραγματοποίησε την 1η Μαραθώνια πορεία Ειρήνης. Βάδισε το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μόνος του, εν μέσω απειλών, πριν τελικά συλληφθεί και κρατηθεί για μερικές ώρες.
    Αμέσως μετά μετέβη στο Λονδίνο για να συμπαρασταθεί στους Έλληνες και Άγγλους διαδηλωτές που ζητούσαν την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο μετέπειτα βουλευτής του ΚΚΕ Αμπατιέλος. Στόχος των διαδηλωτών ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία βρισκόταν στην αγγλική πρωτεύουσα προκειμένου να παραστεί σε βασιλικούς γάμους. Σχεδόν ένα μήνα μετά, στις 22 Μαΐου, καθώς εξερχόταν από συγκέντρωση για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό στηΘεσσαλονίκη, δέχτηκε δολοφονική επίθεση από παρακρατικούς. Τραυματίστηκε βαριά και υπέκυψε στα τραύματά του λίγες μέρες μετά.
    Το βράδυ της 22 Μαΐου 1963 ο Λαμπράκης μίλησε σε εκδήλωση που διοργάνωσε στηΘεσσαλονίκη η «Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη». Πριν ακόμα η εκδήλωση ξεκινήσει, πλήθος παρακρατικών καιαστυνομικών με πολιτικά είχαν καταλάβει τα γειτονικά πεζοδρόμια, κραυγάζοντας συνθήματα και προπηλακίζοντας όσους προσέρχονταν στην αίθουσα για να πάρουν μέρος σε αυτή. Άλλοι αστυνομικοί, ένστολοι, αν και παρόντες σε μεγάλο αριθμό δεν λάμβαναν κανένα μέτρο για την απώθηση των παρακρατικών, παρά τις διαμαρτυρίες των οργανωτών και του ίδιου του Λαμπράκη, ενός μέλους δηλαδή του ελληνικού κοινοβουλίου. Μάλιστα, ένας παρακρατικός κατόρθωσε να χτυπήσει το Λαμπράκη στο κεφάλι με ρόπαλο κατά την είσοδό του στην αίθουσα της εκδήλωσης, τραυματίζοντάς τον ελαφρά. Σοβαρά, αντίθετα, τραυματίστηκε από τους ανεξέλεγκτους διαδηλωτές ο έτερος παρών αριστερός βουλευτής, Γιώργος Τσαρουχάς.
    Με την ολοκλήρωση της εκδήλωσης, ο Λαμπράκης εγκατέλειψε την αίθουσα με πρόθεση να κατευθυνθεί σε κοντινό ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει. Τον ακολούθησαν μόνο δύο σύντροφοί του, καθώς η αστυνομία απέκλεισε το κοινό της εκδήλωσης στο εσωτερικό της αίθουσας, απαγορεύοντας προσωρινά την έξοδο. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Ελ. Βενιζέλου και παρά το γεγονός ότι η αστυνομία είχε αποκλείσει όλους τους δρόμους, ένα τρίκυκλο εμφανίστηκε από το πουθενά, πλησίασε το Λαμπράκη με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τον έριξε στο έδαφος. Κανείς αστυνομικός δεν κινήθηκε για να εμποδίσει το τρίκυκλο πριν το χτύπημα, να συλλάβει τον οδηγό του μετά, ή ακόμα και να βοηθήσει τον αιμόφυρτο Λαμπράκη. Όπως αποδείχτηκε, το θύμα είχε δεχτεί ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι από μεταλλικό αντικείμενο.
    Το πιθανότερο είναι ότι οι δράστες της επίθεσης θα είχαν διαφύγει ανενόχλητοι, αν ένας παριστάμενος Θεσσαλονικιός, ο πλασιέ Μανόλης Χατζηαποστόλου (με το παρατσούκλι«Τίγρης») δεν είχε πηδήσει αστραπιαία στην καρότσα του τρίκυκλου. Για ένα περίπου χιλιόμετρο το τρίκυκλο έτρεχε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης χωρίς κανένα αστυνομικό ή άλλο όχημα να το καταδιώκει. Ο Χατζηαποστόλου εξουδετέρωσε μετά από σκληρή πάλη το μοναδικό επιβάτη της καρότσας, Μανόλη Εμμανουηλίδη (ήταν αυτός που είχε καταφέρει το θανατηφόρο χτύπημα στο Λαμπράκη) και κατόπιν υποχρέωσε τον οδηγό Σπύρο Γκοτζαμάνη να σταματήσει. Ακολούθησε νέα πάλη αυτή τη φορά ανάμεσα στον Χατζηαποστόλου και τον Γκοτζαμάνη, έως ότου εμφανίστηκε ένας απλός αστυνομικός, ο οποίος μη γνωρίζοντας όσα είχαν προηγηθεί, συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη κατόπιν υποδείξεων των περαστικών. Ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ σε κωματώδη κατάσταση από την οποία δεν εξήλθε ποτέ. Πέθανε τέσσερις μέρες αργότερα.
    Το χτύπημα κατά του Λαμπράκη προκάλεσε μια άνευ προηγουμένου πολιτική κρίση, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και το σύνολο του κεντρώου και αριστερού Τύπου να κάνουν λόγο από την πρώτη στιγμή για οργανωμένο σχέδιο δολοφονίας. Η επίσημη αστυνομική εκδοχή αντίθετα, ήταν ότι επρόκειτο για τροχαίο ατύχημα και αυτήν υιοθέτησε αρχικά και η κυβέρνηση της χώρας. Το κλίμα ήταν τεταμένο και την κηδεία του Λαμπράκη στηνΑθήνα παρακολούθησε πλήθος 500.000 ανθρώπων, φωνάζοντας συνθήματα κατά της δολοφονίας.
    Ήδη, στη Θεσσαλονίκη είχαν ξεκινήσει οι ανακρίσεις για το «ατύχημα», από τον ανακριτήΧρήστο Σαρτζετάκη και τον εισαγγελέα Δημήτριο Παπαντωνίου, υπό τη γενική εποπτεία του εισαγγελέα εφετών Παύλου Δελαπόρτα. Αργότερα ο Παπαντωνίου αντικαταστάθηκε από τον εισαγγελέα Στυλιανό Μπούτη. Αν και η ηγεσία της Xωροφυλακής Θεσσαλονίκης έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποκρύψει κρίσιμα στοιχεία και να εκφοβίσει τους μάρτυρες, η ανακριτική ομάδα (παρά τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις και πιέσεις που δέχτηκε από τον τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και μετέπειτα -το 1967- πρωθυπουργό της χούντας Κωνσταντίνο Κόλλια) κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει ότι επρόκειτο για προμελετημένο έγκλημα και να αποκαλύψει τους ηθικούς αυτουργούς του. Έτσι, τους Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη ακολούθησαν τρανταχτά ονόματα της πανίσχυρης χωροφυλακής Θεσσαλονίκης, όπως οι Κωνσταντίνος Μήτσου, επιθεωρητής Βορείου Ελλάδος, Ευθύμιος Καμουτσής, διευθυντής αστυνομίας, Κωνσταντίνος Δόλκας και άλλοι οι οποίοι παραπέμφθηκαν για παράβαση καθήκοντος. Στους ηθικούς αυτουργούς συμπεριλαμβανόταν ο πρόεδρος της παρακρατικής οργάνωσης στην οποία ανήκε ο Γκοτζαμάνης, Ξενοφών Γιοσμάς (που, λόγω της δράσης του στην κατοχή, είχε καταδικαστεί ως δοσίλογος και, ακριβώς για τον λόγο αυτό, αποκαλείται συχνά κοροϊδευτικά "Φον Γιοσμάς") και ο υπομοίραρχος Εμμανουήλ Καπελώνης, διοικητής του αστυνομικού τμήματος Τούμπας. Στο απυρόβλητο της δικαιοσύνης έμεινε ο υπομοίραρχος της Ασφάλειας Δημήτριος Κατσούλης, του τμήματος «Δίωξης Κομμουνιστών» ο οποίος την ημέρα του εγκλήματος (σύμφωνα με μαρτυρία του Εμμανουηλίδη και άλλων) είχε μιλήσει σε συγκέντρωση παρακρατικών στο 5ο Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης, δίνοντας οδηγίες για την «αντισυγκέντρωση» και τονίζοντας ότι «απόψε στόχος μας είναι ο Λαμπράκης». Τελικά, για τον φόνο καταδικάστηκαν οι Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης, ενώ ο Γιοσμάς καταδικάστηκε μόνο για διατάραξη της κοινής ειρήνης.
    Σημαντικό ρόλο στις αποκαλύψεις έπαιξε και η μαχητική έρευνα και αρθρογραφία τριών δημοσιογράφων που είχαν ανέβει στη Θεσσαλονίκη για να καλύψουν το θέμα: Του Γιώργου Ρωμαίου του Βήματος (μετέπειτα υπουργού του ΠΑΣΟΚ), Γιάννη Βούλτεψη τηςΑυγής και Γιώργου Μπέρτσου (της τότε μεγάλης σε κυκλοφορία Ελευθερίας των Αθηνών).
    Η κατακραυγή για τη δολοφονία Λαμπράκη και τις αποκαλύψεις για την άμεση εμπλοκή της αστυνομίας, ήταν τόσο μεγάλη που οδήγησε σε παραίτηση της κυβέρνησης Καραμανλή μέσα σε λιγότερο από τρεις βδομάδες από το έγκλημα (11 Ιουνίου 1963). Σχηματίστηκε άμεσα νέα κυβέρνηση της ΕΡΕ υπό τον Παναγιώτη Πιπινέλη, μετέπειτα υπουργό εξωτερικών της χούντας. Το Σεπτέμβριο ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης σε συμφωνία με τον εισαγγελέα Δελαπόρτα διέταξε την προφυλάκιση των ανώτατων αξιωματικών της χωροφυλακής, διαλύοντας κάθε αμφιβολία στην κοινή γνώμη για την εμπλοκή κράτους και παρακρατικών στη δολοφονία Λαμπράκη. Το Νοέμβριο διεξήχθησαν εθνικές εκλογές τις οποίες κέρδισε με μικρή διαφορα από την ΕΡΕ η Ένωση Κέντρου. Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε η «Νεολαία Λαμπράκη», της οποίας πρώτος πρόεδρος εκλέχτηκε οΜίκης Θεοδωράκης.
    Η δίκη των φυσικών και ηθικών αυτουργών έγινε το 1966 σε πολύ διαφορετικό πολιτικό κλίμα. Η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου είχε πέσει με τα Ιουλιανά και η πλειοψηφία της βουλής (ΕΡΕ και βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που την είχαν εγκαταλείψει) στήριζε κυβέρνηση υπό το Στέφανο Στεφανόπουλο. Παρά την εισαγγελική πρόταση (εισαγγελέας έδρας ο Παύλος Δελαπόρτας), οι ένορκοι έκριναν ομόφωνα αθώους τους περισσότερους από τους σημαντικούς κατηγορούμενους, βρίσκοντας ένοχους μόνο τους δύο φυσικούς αυτουργούς και τον Φον Γιοσμά. Στην αγόρευσή του ο εισαγγελέας είχε ζητήσει την ενοχή των ανώτατων αξιωματικών, λέγοντας: «Σήμερα, εδώ, ένα σύμφυρμα κλεφτών, βιαστών, δοσίλογων και κάθε είδους κακοποιών, εμφανίζεται -προς εθνοκαπηλεία και ανομολόγητους ιδιοτελείς σκοπούς- ως προστάτης κοινωνικών καθεστώτων, ως φύλακας ιερών και οσίων και ως Κέρβερος του νόμου και της τάξης. Τι άλλο έπρεπε να περιμένει κανείς απ’ αυτό πλην του ότι θα εξελισσόταν σε κακοήθη νεοπλασία της κοινωνίας;»
    Οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής εκτοπίστηκαν μετά το πραξικόπημα του 1967 στα Γιούρα ενώ και ο ανακριτής Σαρτζετάκης συνελήφθη και φυλακίστηκε για μήνες. Το 1985 όμως εκλέχτηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

    Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

    Ανδρέας Συγγρός

    Ο Ανδρέας Συγγρός (1830 Κωνσταντινούπολη - 12 Φεβρουαρίου 1899 Αθήνα) ήταν Έλληνας τραπεζίτης, πολιτικός και εθνικός ευεργέτης. Ασχολήθηκε πρώτα με το εμπόριο και στη συνέχεια επεκτάθηκε στον τραπεζικό κλάδο φτάνοντας να δανείζει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Ελλάδα. Με την εγκατάστασή του στην Αθήνα ανέπτυξε σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα εμπλεκόμενος σε ένα από τα πρώτα χρηματιστηριακά σκάνδαλα της Ελλάδας, γνωστό ως Λαυρεωτικά ή Λαυριακά, σκάνδαλο που επέφερε και την πτώση της κυβέρνησης Επαμεινώνδα Δεληγεώργη. Το 1881 ίδρυσε την Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας, στην οποία το ελληνικό κράτος είχε παραχωρήσει το δικαίωμα της έκδοσης και κυκλοφορίας χαρτονομίσματος στις «Νέες Χώρες».
    Παράλληλα με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, ασχολήθηκε, λόγω και της φιλίας του με τον Χαρίλαο Τρικούπη, με την πολιτική, εκλεγόμενος πολλάκις βουλευτής. Θεωρείται ως ο κύριος υπεύθυνος για την πτώση της κυβέρνησης Θεόδωρου Δηλιγιάννη, καθώς και ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στη χρεοκοπία της Ελλάδας το 1893, αφού επιχείρησε να αποτρέψει τη σύναψη νέου δανείου από την κυβέρνηση Τρικούπη προκειμένου να του παραχωρηθούν νέα τραπεζικά προνόμια και να καταφέρει να γίνει μέτοχος της Εθνικής Τράπεζας. Κατά τη διάρκεια της ζωής του πραγματοποίησε σημαντικές δωρεές σε ευαγή ιδρύματα, ενώ με τη διαθήκη του κληροδότησε μεγάλο μέρος της περιουσίας του στο ελληνικό κράτος για την κατασκευή νοσοκομείων (Νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός») και σχολείων και σε εθνικά ιδρύματα. Το φιλανθρωπικό του έργο συνέχισε η σύζυγός του, Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου - Συγγρού, η οποία δώρισε στο ελληνικό δημόσιο το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού και το Κτήμα Συγγρού. O Ανδρέας Συγγρός έχει χαρακτηριστεί από τους ιστορικούς ως ο πιο ισχυρός άνδρας της εποχής του μετά το Βασιλιά Γεώργιο Α΄ με αμφισβητούμενο ρόλο και αδιαμφισβήτητο φιλανθρωπικό έργο.
    Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν δευτερότοκος γιος του Δομένικου Τσιγγρού και της Νικολάττας Νομικού. Οι γονείς του κατάγονταν από τη Χίο (Λιθί Χίου) και είχαν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη λόγω του ιατρικού επαγγέλματος του Δομένικου, ο οποίος ήταν ο προσωπικός γιατρός της αδερφής του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄. Το 1834 εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στην Άνδρο και λίγα χρόνια αργότερα στη Σύρο. Το 1838 ξεκίνησε τη φοίτησή του στη σχολή του Θεόφιλου Καΐρη και συνέχισε τις σπουδές του στο σχολαρχείο της Ερμούπολης μέχρι το 1845.
    Αν και ο πατέρας του τον προόριζε για γιατρό, ο ίδιος διάλεξε, ύστερα από αρκετές πιέσεις, το επάγγελμα του εμπόρου. Εργάστηκε αρχικά στην επιχείρηση του Θεόδωρου Ροδοκανάκη και λίγους μήνες αργότερα εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως εργαζόμενος του Νικολάου Δαμιανού.
    Το 1855 αγόρασε το 4% της επιχείρησης "Ε. Μ. Βούρος και Σία" και άρχισε να επεκτείνει τις δραστηριότητές του ασχολούμενος με το μετάξι, καθώς και με τις κρατικές προμήθειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1861 η εταιρεία διαλύθηκε και το 1867 πραγματοποίησε ταξίδι στην Αθήνα, όπου γνώρισε τον τότε υπουργό εξωτερικών, Χαρίλαο Τρικούπη, το Βασιλιά Γεώργιο Α΄ κ.α. Τον ίδιο χρόνο δημιούργησε την εταιρεία "Συγρρός, Κορωνιός & Σία", η οποία και παρείχε δάνεια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με υπέρογκους τόκους. Στην επιχείρηση συμμετείχε μεταξύ άλλων και ο Στέφανος Σκουλούδης, ο οποίος εξελίχθηκε σε στενό συνεργάτη και φίλο του Συγγρού. Εκείνη την περίοδο ίδρυσε και την τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως, η οποία δάνειζε κατά καιρούς την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Αίγυπτο.
    Το 1872 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Για το σκοπό αυτό αγόρασε τεράστιες εκτάσεις στην Αττική, καθώς και ένα οικόπεδο στο κέντρο της Αθήνας προκειμένου να κατασκευάσει το μέγαρό του. Στην Ελλάδα ασχολήθηκε πάλι με τις τραπεζικές επιχειρήσεις εμπλεκόμενος μάλιστα σε ένα από τα μεγαλύτερα χρηματιστηριακά σκάνδαλα των εποχών, το οποίο έμεινε στην ιστορία ως Λαυρεωτικά.
    Το 1864 η κυβέρνηση ανέθεσε στη γαλλική εταιρεία Roux - Serpieri - Fressynet C.E. την εκμετάλλευση των ορυχείων του Λαυρίου. Το 1869 προέκυψε ζήτημα σχετικά με τις εκβολάδες των υπολειμμάτων των μεταλλευμάτων που βρίσκονταν επί του εδάφους. Η κυβέρνηση Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, με την πίεση κυρίως του πολιτικού Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, επέμενε ότι ήταν εθνικές, ενώ η εταιρεία θεωρούσε ότι η εκμετάλλευσή τους προβλεπόταν από το συμβόλαιο. Στο θέμα ενεπλάκησαν οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και Ιταλίας, ενώ παράλληλα οι φήμες περί κοιτασμάτων χρυσού αύξαναν συνεχώς την τιμή της μετοχής της εταιρείας. Τελικώς, η κυβέρνηση προκειμένου να λυθεί το ζήτημα ξεκινάει να αναζητεί Ελληνα αγοραστή. Στην πρόσκληση της κυβερνησης απάντησε ο Ανδρέας Συγγρός, ο οποίος δέχτηκε να αγοράσει την εταιρεία και να μεταβιβαστούν οι μετοχές στην Τράπεζαν Κωνσταντινουπόλεως. Μετά τη μεταβίβαση, ο Συγγρός διατήρησε τις φήμες περί κοιτασμάτων χρυσού και προχώρησε στη μετοχοποίηση της εταιρείας με αποτέλεσμα χιλιάδες Αθηναίοι να τρέξουν να αγοράσουν τις μετοχές. Καθώς χρηματιστήριο δεν υπήρχε, το καφενείο "Η Ωραία Ελλάς" ανέλαβε να αναπληρώσει το κενό. Μετοχές αξίας 200 δρχ. πωλούνταν έως και 310 δραχμές, ενώ κανείς δεν ενδιαφερόταν για το αν πράγματι υπήρχαν όλα αυτά τα υποτιθέμενα κοιτάσματα.
    Την απότομη άνοδο των τιμών των μετοχών θα ακολουθήσει ακάθεκτη κάθοδος, η οποία και θα οδηγήσει χιλιάδες αθηναίων σε οικονομική κατάρρευση. Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο 1873 - 1875 διπλασιάστηκαν οι πτωχεύσεις. Σύσσωμος ο τύπος θα κατηγορήσει τον Ανδρέα Συγγρό για την οικονομική καταστροφή χιλιάδων πολιτών χαρακτηρίζοντάς τον κερδοσκόπο, ενώ δεκάδες γελοιογραφίες και λίβελλοι για το πρόσωπό του θα κατακλύσουν για αρκετό καιρό τις εφημερίδες. Σφοδρή κριτική δέχθηκε και από τον Εμμανουήλ Ροΐδη, ο οποίος είχε χάσει όλη την περιουσία του στο χρηματιστήριο
    Το 1881, ύστερα από την προσάρτηση της Θεσσαλίας από το ελληνικό κράτος, ο Συγγρός ίδρυσε μαζί με συμμετοχή της Εθνικής Τράπεζας, την Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας, στην οποία παραχωρήθηκε το προνόμιο της αποκλειστικής έκδοσης και κυκλοφορίας χαρτονομίσματος στις "Νέες Χώρες" Παράλληλα, μαζί με άλλους Έλληνες της διασποράς, αγόρασε τεράστιες εκτάσεις στην περιοχή της Θεσσαλίας από Τούρκους ιδιοκτήτες. Το 1882 ίδρυσε την "Πανελλήνιον Ατμοπλοΐα" και λίγο αργότερα δάνεισε το δήμο Αθηναίων με 225.000 δραχμές, ενώ παράλληλα μεσολάβησε για τη σύναψη δανείου της ελληνικής κυβέρνησης με ξένους επενδυτές. Στις εκλογές της 7ης Απριλίου 1885 έθεσε για πρώτη φορά υποψηφιότητα εκλεγόμενος ως ανεξάρτητος βουλευτής Σύρου. Στις δημοτικές εκλογές του 1887 εγγράφηκε ως υποψήφιος από οπαδούς του και ενώ έλειπε στο εξωτερικό. Στις εκλογές που ακολούθησαν εξελέγη δήμαρχος με 5.149 ψήφους έναντι 3.943 του Δημητρίου Σούτσου. Τελικά όμως λόγω ακυρότητας (δεν ήταν εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο) δεν επικυρώθηκε η εκλογή του. Το 1890 η γαλλική εταιρεία αποχώρησε λόγω έλλειψης κεφαλαίων και τη θέση της ανέλαβε εταιρεία συμφερόντων του Συγγρού, η οποία θα αναλάμβανε να βρει εργολάβο που θα αποπεράτωνε το έργο. Στις εκλογές του 1890 εξελέγη βουλευτής Αττικής και Βοιωτίας. Με τον πρωθυπουργό Θεόδωρο Δεληγιάννη συγκρούστηκε αρκετές φορές εντός Βουλής, ενώ θεωρείται ότι υπήρξε ο κύριος υπεύθυνος της πτώσης της κυβερνήσεώς του. Ένα μήνα πριν την πτώση της κυβέρνησης, ο Συγγρός είχε υποβάλει στο Βασιλιά υπόμνημα, σύμφωνα με το οποίο η διατήρηση στην εξουσία της κυβέρνησης Δεληγιάννη εγκυμονούσε κινδύνους για την οικονομία. Συγκεκριμένα ο Συγγρός επιδίωκε να περιέλθουν οι πρόσοδοι του ελληνικού κράτους σε όμιλο Ελλήνων και ξένων κεφαλαιούχων, των οποίων ηγείτο ο ίδιος. Μετά την πτώση της κυβέρνησης Δεληγιάννη συμμετείχε με ένα ποσοστό σε δάνειο 16.000.000 φράγκων προς την ελληνική κυβέρνηση. Στις εκλογές του 1892 εξελέγη βουλευτής Σύρου με 3.180 ψήφους.
    Η νέα κυβέρνηση Τρικούπη αντιμετώπισε οξύ οικονομικό πρόβλημα. Ο Συγγρός με διάφορες κινήσεις προσπάθησε να συμβάλει στην χρεοκοπία της χώρας, έτσι ώστε να καταφέρει να γίνει μέτοχος της Εθνικής Τράπεζας. Κατηγορήθηκε δε από τον τύπο και τον πολιτικό κόσμο για κερδοσκοπία εις βάρος της Ελλάδος. Τον Ιανουάριο του 1894 έσκασαν κροτίδες δυναμίτιδας μέσα στον κήπο του Μεγάρου του προκαλώντας μικρές υλικές ζημιές. Στις εκλογές του 1899 εξελέγη βουλευτής Αττικής με 15.139 ψήφους.
    Απεβίωσε στις 13 Φεβρουαρίου 1899 στο σπίτι του στην Αθήνα και ενταφιάστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Στην κηδεία του παραβρέθηκε πλήθος κόσμου, μεταξύ των οποίων το βασιλικό ζεύγος, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας Στέφανος Στρέιτ κ.α. Ο Ανδρέας Συγγρός παντρεύτηκε αρκετά μεγάλος, σε ηλικία 45 ετών, την Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου (1842 - 1921), χήρα Αντωνιάδη, με την οποία και δεν απέκτησε παιδιά. Είχε αποκτήσει έναν νόθο γιο, τον Γεώργιο Νομικό, τον οποίο αν και συμπεριέλαβε στην διαθήκη του δωρίζοντας του τεράστιες εκτάσεις στην Εύβοια και την Θεσσαλία δεν τον αναγνώρισε ποτέ. Το 1908 εκδόθηκαν τα απομνημονεύματα του Συγγρού από τη σύζυγό του και με την επιμέλεια του Δημητρίου Βικέλα και του Γεώργιου Δροσίνη
    Το φιλανθρωπικό έργο του Ανδρέα Συγγρού είναι αδιαμφισβήτητο διαθέτοντας τεράστια ποσά υπέρ κοινωφελών κα φιλανθρωπικών σκοπών. Με δικά του έξοδα κατασκεύασε το δημοτικό σχολείο Σκιάθου, τις φυλακές Συγγρού, το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, το παλιό Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας, το αρχαιολογικό μουσείο Δελφών κ.α Με δικά του έξοδα κατασκευάστηκε η αριστερή πτέρυγα του Ευαγγελισμού και ολοκληρώθηκε ο οίκος των Αδερφών στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός.Τον Απρίλιο του 1881 προσέφερε 10.000 δραχμές στην κοινωνία της Χίου, η οποία είχε χτυπηθεί από τον εγκέλαδο, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1890 λόγω της καταστροφικής φωτιάς που ξέσπασε στη Θεσσαλονίκη προσέφερε 400.000 δραχμές προκειμένου να επισκευαστούν διάφορα δημόσια κτίρια, μεταξύ των οποίων και το Παπάφειο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Μεγάλα ποσά πρόσφερε στο Ωδείο Αθηνών, στην κοινωνία της Σύρου, στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, στα εθνικά ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης, καθώς και στο χωριό του, το Λιθί Χίου.
    Με τη διαθήκη του κληροδότησε μεγάλα ποσά στο Πτωχοκομείο Αθηνών, στο Δρομοκαΐτειον, στο Αμαλίειον ορφανοτροφείο, στο Δημοτικό νοσοκομειο, στο μετοχικό ταμείο αξιωματικών, ενώ όλες τις εκτάσεις του στην Αττική τις δώρισε στο Αμαλίειον ορφανοτροφείο. Σημαντικό μέρος της περιουσίας του δωρήθηκε απευθείας στο κράτος προκειμένου να κατασκευασθούν σχολεία και άλλα δημόσια κτίρια. Μετά το θάνατό του η σύζυγός του, Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου, δώρισε στο ελληνικό δημόσιο το Κτήμα Συγγρού, το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού για να στεγάσει το υπουργείο εξωτερικών, ενώ από κληροδότημα του ίδιου και με την εποπτεία της Ιφιγένειας, κατασκευάστηκε το Νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός» και η λεωφόρος Συγγρού.
    Ο Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει τον Ανδρέα Συγγρό μηχανορράφο και επιδέξιο πολιτικάντη, άλλοι ως λωποδύτη φιλάνθρωπο ενώ ο τύπος της εποχής χρυσοκάνθαρο. Ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι παρίστανε τον Εθνικό Ευεργέτη για να εξαγοράσει τις αμαρτίες του. Σφοδρή κριτική για την συμμετοχή του στα Λαυριακά άσκησε ο Εμμανουήλ Ροΐδης καθώς και οι σατιρικές εφημερίδες. Ο κόσμος δε τον αποκάλεσε Λαυριοφάγο. Στον αντίποδα έχει χαρακτηριστεί ως μέγας εθνικός ευεργέτης λόγω του τεράστιου φιλανθρωπικού του έργου.  Θεωρείται ότι υπήρξε ο ισχυρότερος άντρας της εποχής του μετά τον Βασιλιά Γεώργιο Α΄.
    Είχε τιμηθεί με την Ταινία του Μετζιτιε Α΄ Τάξεως και το παράσημο Μετζιτιέ Β΄ Τάξεως από το Σουλτάνο, με το παράσημο των Ανώτερων Ταξιαρχών του Δάνεμβρογ από τη βασιλική οικογένεια της Δανίας, με τα παράσημο της Β΄ Τάξεως και των Ταξιαρχών της Λεγεώνας της Τιμής από τη Γαλλική κυβέρνηση, με το Σταυρό των Ανώτερων Ταξιαρχών του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος για τις προσφορές του στο Έθνος, με τον Αργυρό Σταυρό του Σωτήρος από το Βασιλιά Όθωνα, με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος και με το Μεγαλοσταυρό του Β΄ Τάγματος του Σωτήρος από το Βασιλιά Γεώργιο Α΄. Επίσης πολλοί δρόμοι σε ελληνικές πόλεις φέρουν το όνομά του.