Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Ο Μεγάλος Λιμός στην Ελλάδα (1941-1944)

Ο Μεγάλος Λιμός στην Ελλάδα (1941-1944) κατά τη διάρκεια της κατοχής των δυνάμεων του 'Άξονα, υπήρξε το αποτέλεσμα κυρίως των αυθαιρεσιών των κατακτητών εις βάρος της χώρας. Τα περισσότερα θύματα, που στο σύνολό τους υπήρξαν εκατοντάδες χιλιάδες, σημειώθηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Ιδιαίτερα ο πρώτος κατοχικός χειμώνας του 1941-1942 υπήρξε ο πιο πολύνεκρος.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι δυνάμεις του Άξονα, Γερμανία και Ιταλία προχώρησαν σε συστηματική καταλήστευση των κατεχόμενων χωρών, καθώς τις θεωρούσαν πηγή πρώτων υλών, τροφίμων και εργατικού δυναμικού.Η Ελλάδα βίωσε ιδιαίτερα έντονα την άμετρη δραστηριότητα των κατακτητών με αποτέλεσμα να υποστηριχθεί ότι βίωσε τον χειρότερο λιμό από τους αρχαίους χρόνους.
Με την κατάληψη της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941, το ναζιστικό διοικητικό σύστημα είχε ως κύριο στόχο τη δημιουργία μιας στοιχειώδους κρατικής μηχανής στην Ελλάδα και την ύπαρξη πολλών πόλων εξουσίας. Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση σχηματίστηκε υπό τον Γεώργιο Τσολάκογλου λίγες ημέρες αφού είχε υπογράψει την συνθηκολόγηση της χώρας κατά την γερμανική εισβολή στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα χωρίστηκε σε τρεις ζώνες κατοχής, οι Γερμανοί περιορίστηκαν σε περιοχές στρατηγικές σημασίας: θύλακες στην Αττική, Θεσσαλονίκη και κεντρική Μακεδονία, ορισμένα νησιά του Αιγαίου, το μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης και την όχθη του Έβρου. Οι Ιταλοί κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας, ενώ οι Βούλγαροι την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη.
Εν τω μεταξύ τις λαϊκίστικες και "εθνοσωτήριες" δηλώσεις του ναζιστικού καθεστώτος αμέσως υπονόμευσε η επιβολή τριπλής κατοχής, με την επακόλουθη κατάληψη ελληνικών εδαφών από τον ιταλικό και τον βουλγαρικό στρατό. Πολύ σύντομα όμως θα ξεχαστούν και οι ανέξοδες φιλελληνικές διακηρύξεις των πρώτων ημερών θα μετατραπούν σε κατηγορίες κατά της ελληνικής κυβέρνησης ως "υπηρέτη" των βρετανικών συμφερόντων.
Ο ψευδεπίγραγος φιλελληνισμός και η δήθεν αναγνώριση της αρχαιοελληνικής καταγωγής των σύγχρονων Ελλήνων από τη ναζιστική ηγεσία, που προσωρινά ενισχύθηκε από τις πολεμικές επιτυχίες της Ελλάδας στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, υποτάχθηκε τελικά στα πλαίσια της "Νέας Τάξης" του Γ' Ράιχ: έγιναν δημοφιλείς πλέον οι απόψεις του Φαλμεράυερ, ότι οι Έλληνες έχουν φυλετικά διαβρωθεί και επομένως δεν έχουν θέση στις "ανώτερες" φυλετικές τάξεις
Η δοσίλογη κυβέρνηση Τσολάκογλου ήταν φυσικά αδύνατο να αμβλύνει τις συνέπειες της κατοχικής πραγματικότητας, του υπερπληθωρισμού και των ανεξέλεγκτων επιτάξεων. Χαρακτηριστικά, τα υπέρογκα έξοδα που "όφειλε" η Ελλάδα προς τους κατακτητές υπήρξαν τα υψηλότερα κατά κεφαλήν της κατεχόμενης Ευρώπης, που έφτασαν στο 113,7% του Εθνικού Εισοδήματος της χώρας. Επίσης η επιδρομή στα συναλλαγματικά αποθέματα των τραπεζών κατάφερε και αυτή καίρια πλήγματα στα οικονομικά μεγέθη
Ήδη από τα μέσα Μαΐου 1941 αξιωματούχοι του Γραφείου Πολεμικής Οικονομίας της Βέρμαχτ κατέσχεσαν όλα τα διαθέσιμα ζωτικής σημασίας εμπορεύματα και τα βιομηχανικά προϊόντα, προκειμένου να τα αποστείλουν στη Ναζιστική Γερμανία. Επίσης, εξασφάλισαν μακράς διάρκειας παραδόσεις για όλα τα σημαντικά ακατέργαστα υλικά και τα αγροτικά προϊόντα. Κατά παράβαση των κανόνων περί επιτάξεων σε κατεχόμενη χώρα, σύμφωνα με τους Κανονισμούς της Χάγης του 1907, οι γερμανικές και οι ιταλικές κατοχικές αρχές αντιμετώπισαν τα περισσότερα προϊόντα ως λάφυρα πολέμου.
Επιχειρήσεις που δεν δέχονταν να συνεργαστούν με τις κατοχικές αρχές, δημεύονταν και τα κινητά της περιουσιακά στοιχεία (μηχανήματα κάθε είδους) αποστέλλονταν στο Γ΄ Ράιχ για εκμετάλλευση.
Γενικότερα δεν ήταν προτεραιότητα του Γ' Ράιχ η προστασία των οικονομικών δομών των κατεχόμενων χωρών ή έστω η διατήρηση του ελάχιστου αποθεματικού σε τρόφιμα και πρώτες ύλες για την επιβίωση του πληθυσμού. Προείχε η στήριξη της στρατιωτικής μηχανής και η νίκη της Γερμανίας στον Παγκόσμιο Πόλεμο, που ήταν ασύμβατες με τις ανθρωπιστικές ανάγκες. Σε αυτά τα πλαίσια οι επιτάξεις και δεσμεύσεις δημόσιων και ιδιωτικών αποθεμάτων διοχετεύθηκαν για τη συντήρηση του γερμανικού στρατού και του γερμανικού πληθυσμού του Γ' Ράιχ. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του Γκέρινγκ : Καρφί δεν μου καίγεται όταν μου λέτε ότι οι άνθρωποι της ζώνης ευθύνης σας πεθαίνουν από την πείνα. Αφήστε τους να πεθάνουν εφόσον έτσι δεν λιμοκτονεί κανένας Γερμανός.
Επιπρόσθετα λόγω και των πολεμικών συγκρούσεων που είχε βιώσει ο τόπος οι υποδομές ήταν κατεστραμμένες: γέφυρες, σιδηροδρομικό δίκτυο, αρδευτικά έργα. Από την άλλη πλευρά οι κατακτητές μετέτρεψαν την Ελλάδα σε βάση ανεφοδιασμού για τα γερμανικά στρατεύματα του Ρόμελ που βρίσκονταν τότε στην Βόρεια Αφρική. Η πλήρης αδιαφορία και καταδυνάστευση του άμαχου πληθυσμού από τις κατοχικές αρχές ήταν ποικιλόμορφη: οι μεταφορές τροφίμων από τη μία περιοχή στην άλλη ήταν αδύνατη και ως αποτέλεσμα σχεδόν ποτέ δεν έφτασε στην Αθήνα λάδι από την Κρήτη και τη Μυτιλήνη
Οι παραδοσιακά εύφορες περιοχές της ανατολικής Μακεδονίας της Θράκης, που παρείχαν την πλειοψηφία των τροφίμων σε ολόκληρη την χώρα προπολεμικά βρίσκονταν υπό βουλγαρική κατοχή. Οι βουλγαρικές αρχές δεν είχαν καμία διάθεση να διοχετεύσουν την παραγωγή προς την υπόλοιπη χώρα, αλλά πλέον μεταφέρονταν στο εσωτερικό της Βουλγαρίας.
Τον Σεπτέμβριο του 1941 και ενώ τα πρώτα σημάδια του λιμού διαφαίνονταν η κυβέρνηση του Γ' Ράιχ δήλωνε:
...είναι πολύ πιο επείγον να στηρίξουμε με τρόφιμα το Βέλγιο και ίσως την Ολλανδία και τη Νορβηγία υπό το πρίσμα των στρατιωτικών μας προσπαθειών, από το να στηρίξουμε την Ελλάδα.
Εκτός από τον απάνθρωπο χαρακτήρα των κατοχικών αρχών μερίδιο ευθύνης φέρει και η Αγγλική κυβέρνηση για την ανθρωπιστική καταστροφή στην Ελλάδα, με την επιβολή ναυτικού αποκλεισμού. Η απόφαση αυτή στέρησε τον ανεφοδιασμό της Ελλάδας με βασικά είδη διατροφής. Επιπρόσθετα την κατάσταση επιδείνωσε ο ιδιαίτερα ψυχρός πρώτος κατοχικός χειμώνας του 1941-1942.
Ο λιμός έπληξε κυρίως τις μεγάλες πόλεις της χώρας: Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, αλλά και τη νησιωτική Ελλάδα και ιδιαίτερα τη Σύρο και τη Χίο. Τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα υπήρξαν τα πιο ευάλωτα, ενώ στις λίστες των θανάτων μεγάλο τμήμα ήταν άνεργοι, συνταξιούχοι και δημόσιοι υπάλληλοι.
Οι κάτοικοι είχαν εξοικειωθεί με την εικόνα του θανάτου στους δρόμους. Στα απομνημονεύματα του ο Σουηδός διπλωμάτης και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα από το 1942, Πολ Μον περιγράφει την πρωτεύουσα της χώρας: Η πόλη παρουσίαζε θέαμα απελπιστικό. Άντρες πεινασμένοι, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, σέρνονταν στους δρόμους. Παιδιά, με όψη σταχτιά και γάμπες λιγνές σαν πόδια αράχνης, μάχονται με τα σκυλιά γύρω στους σωρούς των σκουπιδιών. Όταν το φθινόπωρο του 1941 άρχισε το κρύο, οι άνθρωποι έπεφταν στους δρόμους από εξάντληση. Τους μήνες εκείνου του χειμώνα σκόνταφτε κανείς κάθε πρωί πάνω σε πτώματα. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας οργανώθηκαν νεκροφυλάκεια. Τα καμιόνια της δημαρχίας έκαναν κάθε μέρα τον γύρο τους, για να μαζεύουν τους πεθαμένους. Στα νεκροταφεία τους σώριαζαν τον έναν πάνω στον άλλο. Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί.   
Σύμφωνα με τα αρχεία των κατοχικών αρχών, που παρουσιάζουν πιο συντηρητικά το μέγεθος του λιμού, ο αριθμός των θανάτων τον χειμώνα του 1941-1942 εκτοξεύτηκε: ο μέσος όρος θανάτων τον Νοέμβριο του 1941 τετραπλασιάστηκε από τον αντίστοιχο της περιόδου 1931-1940, ενώ το διάστημα Ιανουαρίου-Μαρτίου εξαπλασιάστηκε. Φυσικά η έκταση της ανθρωπιστικής καταστροφής είναι ακόμη πιο δραματική καθώς ένας μεγάλος αριθμός θανάτων δεν αναφέρονταν στις τότε αρχές.Πολλοί θάνατοι δεν αναφέρονταν σκόπιμα προκειμένου τα κουπόνια διατροφής που χρησιμοποιούσαν για τα συσσίτια χρησιμοποιηθούν κυρίως από συγγενείς τους.
Με το ένστικτο της επιβίωσης ιδιαίτερα έντονο ο κόσμος εφευρίσκει ασυνήθιστες διατροφικές μεθόδους, έτσι συνώνυμο της κατοχικής πείνας γίνονται η μπομπότα, το κουκουτσάλευρο. Παρατηρήθηκαν περιπτώσεις βρώσης σκαντζόχοιρων, ημιόνων και χελωνών.
Τυχεροί μπορούν να θεωρηθούν όσοι ζούσαν σε μέρη όπου υπήρχε παραγωγική, αγροτική και κτηνοτροφική, δραστηριότητα, όσο επέτρεπαν οι κατοχικές συνθήκες. Έτσι στη Θεσσαλίακαι στην Ήπειρο δεν σημειώθηκε εκτόξευση του αριθμού των θανάτων από λιμό, παρά μόνο όταν ξεκίνησαν στην περιοχή οι μαζικές εκκαθαρίσεις και εμπρησμοί, το 1943
Ανθρωπιστική βοήθεια, περισσότερο συμβολική και όχι ουσιαστική, προσέφερε αρχικά το τουρκικό πλοίο Κουρτουλούς. Αμέσως μετά επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ των εμπόλεμων πλευρών και συστάθηκε σουηδοελβετική επιτροπή που διένειμε τρόφιμα στην Ελλάδα. Έτσι από το Φθινόπωρο του 1942 ξεκίνησαν τα φορτία τροφίμων του Ερυθρού Σταυρού να εφοδιάζουν διάφορα μέρη της χώρας
Ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας, που τότε ήταν πολύ πιθανή, θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στον διοικητικό-οικονομικό μηχανισμό της Ναζιστικής Γερμανίας και στην ασφάλεια των στρατευμάτων της στην Ελλάδα. Με αυτό το κίνητρο και όχι λόγω της καθαυτής επιβίωσης του ελληνικού πληθυσμού, καθώς και εν όψει του διαφαινόμενου κινδύνου χρεοκοπίας ο ίδιος ο Χίτλερ διόρισε ως εντεταλμένο για οικονομικά θέματα στην Ελλάδα των πρώην δήμαρχο Βιέννης, Χέρμαν Νόιμπαχερ.
Τελικά ο Νόιμπαχερ μαζί με τον Ιταλό ομόλογό του Ντ' Αγκοστίνο αποκατέστησε στοιχειωδώς τα βασικά μεγέθη της οικονομίας, κάτι που επιτεύχθηκε στη πραγματικότητα και από την ανθρωπιστική βοήθεια που προσέφερε ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Νόιμπαχερ, για την επίτευξη αυτού του σκοπού και πιστός στο πνεύμα της πλήρους οικειοποίησης των τοπικών πόρων και της λεηλασίας των κατοίκων της χώρας, δεν δίστασε να προβεί στην πώληση περίπου ενός εκατομμυρίου χρυσών λιρών μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος. Το ποσό αυτό προερχόταν από την καταλήστευση της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, ενώ αργότερα δαπανήθηκαν αποθέματα της Κεντρικής Γερμανικής Τράπεζας, που υπήρξαν επίσης προϊόντα λεηλασίας κατεχόμενων χωρών.
Η επόμενη δοσίλογη κυβέρνηση του Λογοθετόπουλου κινήθηκε στα ίδια αδύναμα πλαίσια χωρίς να μετριάσει τις συνέπειες της εξαθλίωσης, παρόλο όμως που η πορεία οικονομικής δυσπραγίας είχε κάπως ομαλοποιηθεί. Η πτώση της όμως επισπεύσθηκε λόγω των μαζικών εκδηλώσεων και απεργιών στην Αθήνα στις αρχές του 1943, εξαιτίας έντονης φημολογίας ότι το ναζιστικό καθεστώς ετοιμάζει τη βίαιη μεταφορά Ελλήνων εργατών σε εργοστάσια στη Γερμανία.
Λόγω των ακραίων καταστάσεων που βίωσε ο άμαχος πληθυσμός από την έλλειψη τροφής, ακόμη και σήμερα στην καθουμιλουμένη γλώσσα ο όρος Κατοχή τείνει να είναι συνόνυμος με την πείνα και την εξαθλίωση.
Ο Μεγάλος Λιμός επηρέασε φυσικά τις μεταπολεμικές τέχνες και την λογοτεχνία, με χαρακτηριστικό έργο τον Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη, που περιγράφει τις συνθήκες αναρχίας και υποσιτισμού της εποχής εκείνης.
Το γεγονός είναι τόσο βαθιά χαραγμένο στην κοινή γνώμη, που η ιδέα υπόδειξης μέτρων αυστηρής λιτότητας από ένα Γερμανό Καγκελάριο προς την Ελληνική Κυβέρνηση, λόγω της σύγχρονης κρίσης χρέους που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, λαμβάνεται με εξ ολοκλήρου αρνητικές εντυπώσεις. Αντ' αυτού τμήμα των Ελλήνων πολιτών έχει ακόμη την ακράδαντη πεποίθηση ότι η Γερμανία οφείλει στην Ελλάδα τεράστιες αποζημιώσεις από τις ληστρικές πολιτικές των κατοχικών στρατευμάτων, που οδήγησαν στον Λιμό και σε σφαγές αμάχων, με αποτέλεσμα τoν θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Πολιορκία Μονεμβασιάς (Επέτειος)

Η Μονεμβάσια, ή Μονεμβασία, ή Μονεμβασιά, ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβασία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας. Είναι περισσότερο γνωστή από το μεσαιωνικό φρούριο, επί του ομώνυμου "Βράχου της Μονεμβασιάς", που αποτελεί στην κυριολεξία μικρή νησίδα που συνδέεται με γέφυρα σε σχηματιζόμενο λαιμό συνολικού μήκους 400 μέτρων με τη σημερινή παράλια κατ΄ έναντι πόλη επί της λακωνικής ακτής. Στα διασωθέντα κτήρια και τις δομές στο κάστρο περιλαμβάνονται αμυντικές κατασκευές του εξωτερικού κάστρου και αρκετές μικρές βυζαντινές εκκλησίες.
Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη, που προέρχεται από τις δύο ελληνικές λέξεις Μόνη και Έμβασις. Πολλές από τις οδούς είναι στενές και κατάλληλες μόνο για τους πεζούς. Ο κόλπος της Παλαιάς Μονεμβασιάς βρίσκεται στο Βορρά. Το παρωνύμιο της Μονεμβασιάς είναι «Γιβραλτάρ της ανατολής», επειδή τυγχάνει να είναι σε σμίκρυνση πανομοιότυπη με τον βράχο του Γιβραλτάρ.
Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος καταγόταν από τη Μονεμβασιά, όπου και βρίσκεται σήμερα ο τάφος του.
Η καίρια θέση της Μονεμβασιάς στο θαλάσσιο δρόμο προς την ανατολική Μεσόγειο υπήρξε στόχος πειρατικών επιδρομών στους επόμενους αιώνες, καθώς και επιδρομών ηγεμόνων της Δύσης: το 1147 πλοία του βασιλιά της Σικελίας Ρογήρου Β' προσπάθησαν να την καταλάβουν χωρίς επιτυχία και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν με σοβαρές απώλειες. Μετά από έναν αιώνα, το 1248, ύστερα από πολιορκία τριών χρόνων, ο γιος του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου Γουλιέλμος Β', πρίγκιπας της Αχαΐας, κατέλαβε τη Μονεμβασία, που η απώλεια της υπήρξε σοβαρό πλήγμα για τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο, καθώς ανέτρεπε τα σχέδιά του για την ανάκτηση των εδαφών που είχαν περιέλθει στους Φράγκους. Όταν ο Γουλιέλμος αιχμαλωτίστηκε από τους Βυζαντινούς στη μάχη της Πελαγονίας το 1259 και αρνήθηκε να παραχωρήσει τις κτήσεις του στην Πελοπόννησο με αντάλλαγμα την απελευθέρωσή του, ο Μιχαήλ τον κράτησε αιχμάλωτο μέχρι το 1262, οπότε δέχθηκε να παραδώσει στους Βυζαντινούς τα κάστρα της Μονεμβασιάς και του Γερακίου. Ο Μιχαήλ τον τίμησε με τον τίτλο του μεγάλου δομεστίκου, σύμβολο υποτέλειας στην αυτοκρατορία και η Μονεμβασία ορίστηκε έδρα Βυζαντινού στρατηγού και έδρα Ορθόδοξου μητροπολίτη, ενώ παράλληλα παραχωρήθηκαν στους κατοίκους σημαντικά προνόμια, που ανανεώθηκαν και διευρύνθηκαν από τον Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο (1282-1328). Η ακμή της πόλης υπήρξε ραγδαία: εκτός από την αύξηση του πληθυσμού, που κύρια επίδοσή του ήταν το εμπόριο και η ναυτιλία, δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις για την πνευματική και εκκλησιαστική ανάπτυξη, σε βαθμό που η ως το 1460 περίοδος να θεωρείται «χρυσή εποχή» της πόλης. Την ειρηνική ζωή της Μονεμβασίας κατά τον 14ο και το α' μισό του 15ου αιώνα τάραξαν πειρατικές επιδρομές και εσωτερικές συγκρούσεις, που δεν επηρέασαν εν τούτοις την ιστορική της πορεία στα πλαίσια του δεσποτάτου του Μορέως.
Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους και η κατάλυση του δεσποτάτου υπήρξαν αφετηρία για την προϊούσα παρακμή της πόλης, παρά τις ελάχιστες περιόδους ανάκαμψης. Ήδη από το 1395 τουρκική φρουρά αναφέρεται στη Μονεμβασία, σε μια προσωρινή κατάληψή της και το 1460 ο Μωάμεθ Β' έφθασε στην Κόρινθο, προχώρησε προς τη Λακωνία, κατέλαβε τα φρούρια της Αχαΐας και της Ηλείας και τον Ιούλιο του 1461 παραδόθηκε το Σαλμενίκο, τελευταίο κάστρο του ελληνικού δεσποτάτου. Έτσι, εκτός από τις βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου και τη Μονεμβασία, που είχε παραχωρηθεί με σύμφωνη γνώμη του Θωμά Παλαιολόγου στον πάπα Πίο Β', η τουρκική κατάκτηση της νευραλγικής αυτής για το Βυζάντιο περιοχής είχε ολοκληρωθεί. Στα τέλη του 1463 η Μονεμβασία περιήλθε στους Βενετούς, στους οποίους παρέμεινε ως το 1540, όταν με τη Βενετοτουρκική συνθήκη ειρήνης της 2ας Οκτωβρίου παραδόθηκε στους Τούρκους. Οι περισσότεροι κάτοικοί της τότε την εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στα βενετοκρατούμενα νησιά, κυρίως στην Κέρκυρα και στην Κρήτη.
Η ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Βενετούς (1685-1715) είχε ως αποτέλεσμα και την επανεγκατάσταοη κατοίκων στη Μονεμβασία, που ορίστηκε πρωτεύουσα του διαμερίσματος της Λακωνίας. Ο πληθυσμός της, όμως, που το 1700 είχε φθάσει στους 8.000 περίπου, μειώθηκε πάλι θεαματικά κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία (1715-1821) και το λιμάνι της δεν παρουσίαζε πια καμιά σχεδόν κίνηση.
Κατά τα Ορλωφικά (1770) ο μητροπολίτης Μονεμβασίας Άνθιμος ο Λέσβιος όπλισε σώμα Μονεμβασιωτών και απέκλεισε τους Τούρκους στο φρούριο, όταν όμως οι πολιορκητές δέχθηκαν την επίθεση των Αλβανών διασκορπίστηκαν και πολλοί αιχμαλωτίστηκαν ή φονεύθηκαν.
Η Πολιορκία της Μονεμβασίας ήταν πολεμική εμπλοκή της επανάστασης του 21 με σκοπό την απελευθέρωση της Μονεμβασίας, λίγο πριν την έκρηξη της επαναστάσεως. Διήρκεσε από 15 Μαρτίου ως 23 Ιουλίου 1821. Κατά τον Φ. Χρυσανθόπουλο (Φωτάκο) η πολιορκία άρχισε μετά την 25 Μαρτίου
Το φρούριο της Μονεμβασίας το κατοικούσαν 1500 - 1600 Οθωμανοί. Οι χριστιανοί κάτοικοι της επαρχίας ήταν περίπου 10.000. Αφού ο επίσκοπος Έλους ευλόγησε τις σημαίες των οπλαρχηγών, άρχισε η πολιορκία διά ξηράς με επικεφαλής τους Γεώργιο Μιχαλάκη Λεωνιδιώτη με 250 Τσάκωνες, τον Νικ. Ντρίβα με τους Μονεμβασίτες, τους Καλογεραίους και Δεσποταίους με ντόπιους αγωνιστές, τους Μανιάτες με αρχηγούς τους Τζανετάκη, τον Δ. Τσιγκουράκο, τους Πετροπουλακαίους και άλλους. ΟιΤούρκοι διέλυσαν την γέφυρα και κλείστηκαν απομονωμένοι στο φρούριο, από όπου κανονιοβολούσαν τους Έλληνεςπολιορκητές. Οι πιο τολμηροί από αυτούς περί τους 150, βγήκαν από το φρούριο και πήγαν στην παλιά Μονεμβασία για να προτρέψουν και άλλους να αποδράσουν, και να επιτεθούν από δύο μέτωπα κατά των πολιορκητών, οι μεν από μπροστά, οι άλλοι από τα όπισθεν. Το σχέδιο όμως ατύχησε, αφού οι Έλληνες συνέλαβαν τους δραπέτες και τους περισσότερους τους θανάτωσαν. Οι ισχυρότεροι μέσα στο φρούριο μάζεψαν τις τροφές, ανέβηκαν στην ακρόπολη και κλείστηκαν εκεί. Οι πολιορκημένοι, αν και υπέφεραν από έλλειψη τροφών και νερού, δεν παραδίδονταν. Στα μέσα Ιουνίου έφτασε στην Πελοπόννησοο Δημήτριος Υψηλάντης. Οι Οθωμανοί έστειλαν άνθρωπο και ζήτησαν να συνθηκολογήσουν για την παράδοση του φρουρίου. Απεσταλμένος του Υψηλάντη έγινε ο Αλέξανδρος Κατακουζηνός, ο οποίος πέτυχε συμβιβασμό με τους Οθωμανούς του κάτω φρουρίου και τους ανάγκασε να συνεννοηθούν με την ακρόπολη. Έτσι το φρούριο και όλα τα όπλα παραδόθηκαν, ενώ οι πολιορκημένοι εγκατέλειψαν στερημένοι και της κινητής τους περιουσίας, επιβιβάστηκαν σε πλοία και πήγαν στο Κουσάντασιτης Μικράς Ασίας. Ο Καντακουζηνός διέταξε τους Τσάκωνες να φυλάσσουν το φρούριο.

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Αγαλμα του Ολυμπίου Διός


Το Άγαλμα του Ολυμπίου Διός ήταν από τα πιο μεγαλοπρεπή μνημεία που κατασκευάστηκαν στην αρχαιότητα. Στην αρχαιότητα το κολοσσιαίο άγαλμα συμπεριλαμβανόταν στα Επτά Θαύματα του κόσμου.
Φιλοτεχνήθηκε από τον διάσημο γλύπτη της εποχής, Φειδία γύρω στο 430 π.Χ. και τοποθετήθηκε ως λατρευτικό άγαλμα στο Ναό του Δία στην Ολυμπία στην αρχαία Ηλία, στα δυτικά της Πελοποννήσου, κοντά στις όχθες του ποταμού Αλφειού. Ο Λόφος ήταν τόπος λατρείας του Κρόνου, πατέρα του Δία. Η τοποθεσία είναι ιστορική, αφού από την αρχαιότητα εδώ διαδραματίστηκαν πολλές μάχες, και από το 1000 π.Χ. υπήρχε ο αρχαιότερος ναός της Ελλάδος αφιερωμένος στην Ήρα. Κοντά στον αρχαίο αυτό ναό ήταν και το στάδιο των Ολυμπιακών αγώνων. Το 470 π.Χ. χτίστηκε εδώ ο ναός του Δία. Το άγαλμα του Δία έγινε τόσο ξακουστό στην εποχή του, που πλήθος πολεμιστών το επισκέπτονταν για να το δουν. Επί αιώνες ήταν ένα από τα θεάματα που ο κάθε θνητός όφειλε να δει πριν πεθάνει. Το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία επισκευάστηκε από το γλύπτη Δαμοφώντα το Μεσσήνιο κατά το α΄ μισό του 2ου αι. π.Χ., επειδή παρουσίασε ρωγμές. Εκείνη την εποχή επικρατούσαν κλασικιστικές τάσεις στην Ελληνιστική Γλυπτική. Το άγαλμα πέρασε κάποιες περιπέτειες, αφού την εποχή του Ιούλιου Καίσαρα το χτύπησε κεραυνός, χωρίς όμως να του κάνει σοβαρή ζημιά. Ο Καλιγούλας είχε διατάξει να το μεταφέρουν στην Ρώμη και να του αλλάξουν το πρόσωπο δίνοντάς του την μορφή του αυτοκράτορα, πράγμα που όμως δεν έγινε, επειδή το καράβι που περίμενε στο λιμάνι για να το φορτώσει χτυπήθηκε από κεραυνό και κάηκε. Μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 μ.Χ. ο ναός ξέπεσε. Το 408 μ.Χ. την εποχή του Θεοδόσιου ο ναός πυρπολήθηκε, και το άγαλμα καταστράφηκε ή κατατεμαχίστηκε και λεηλατήθηκε. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ο Θεοδόσιος το 390 μ.Χ. το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου καταστράφηκε από φωτιά το 416 μ.Χ. Ο ναός λεηλατήθηκε από τους Γότθους, και τα υπολείμματά του γίνανε χριστιανικός ναός μέχρι που γκρεμίστηκε από έναν σεισμό. Αργότερα τα ερείπια σκεπάστηκαν από την κοίτη του ποταμού Αλφειού. Το 1875 μια γερμανική αποστολή έκανε αρχαιολογικές ανασκαφές και μέχρι το 1881 επανέφερε στο φως τα ερείπια, κάτω από τέσσερα μέτρα χώμα.
Η κατασκευή του έργου διήρκεσε δύο Ολυμπιακές περιόδους, δηλαδή οκτώ χρόνια. Η τεχνική του Φειδία βασιζόταν ουσιαστικά σε ξύλο. Το σώμα των αγαλμάτων του ήταν ξύλινο και το εμποτιζόταν από ένα ειδικό υγρό για να μην αποξηρανθεί. Το ξύλο ήταν ντυμένο με στρώματα χρυσού και πλάκες ελεφαντοστού. Τα μάτια ήταν από πολύτιμους λίθους. Ο μανδύας από χρυσό. Το δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι του ήταν από πράσινο σμάλτο. Ο καθήμενος Δίαςξεχώριζε μέσα στον ναό επάνω σε τρία σκαλιά και σύμφωνα με εκτιμήσεις έφτανε τα 12 μέτρα σε ύψος. «Ήταν σαν να ύψωνε ο Δίας το ανάστημα του» γράφει σε μια αναφορά του ο Έλληνας γεωγράφος Στράβωνας τον 1ο αιώνα π.Χ.. Το άγαλμα ήταν περιτριγυρισμένο από τριανταέξι ψηλές κολώνες από γρανίτη. Στο αέτωμα βρίσκονταν τεράστιες περίτεχνες αναπαραστάσεις με εικοσιένα αγάλματα, ανάμεσά τους αυτά του Οινόμαχου και του Πέλοπα. Ο Δίας καθόταν σε έναν θρόνο που ήταν κατασκευασμένος από ελεφαντόδοντο, χρυσό, έβενο και άλλες πολύτιμες πέτρες. Στο δεξί του χέρι ο Δίας κρατούσε ένα μικρό άγαλμα της θεάςΝίκης και στο αριστερό του ένα δεμάτι με κεραυνούς, που ήταν το σήμα κατατεθέν του θεού. Παντού γύρω του βρίσκονταν πλήθος από αγάλματα που παρίσταναν άλλες μεγαλοπρεπείς σκηνές. Στα πόδια του ήταν δύο σφίγγες με έφηβους άνδρες. Πιο πίσω οι τρεις Χάριτες. Οι άθλοι του Ηρακλή, η μάχη τουΘησέα με τις Αμαζόνες και η οικογένεια της Νιόβης. Δύο καθιστά λιοντάρια φύλαγαν τον Δία. Στα πλαϊνά βρίσκονταν μετάλλινες πλάκες με χαραγμένες παραστάσεις της αναδυόμενης Αφροδίτης, το πολεμικό άρμα του Ήλιου, και το άρμα της Σελήνης. Η σκεπή πάνω από το άγαλμα ήταν ανοικτή για να μπαίνει άπλετο φως. Επισκέπτες όπως ο Αιμίλιος Παύλος, νικητής επί των Μακεδόνων, έμεινε έκπληκτος από την μεγαλοπρέπεια του αγάλματος και από την τελειότητά του.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Ακρωτήρι Θήρας


Το Ακρωτήρι είναι χωριό της Σαντορίνης με 450 κατοίκους, με βάση την απογραφή του 2001. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του νησιού σε απόσταση 15 χιλιομέτρων από τα Φηρά. Διοικητικά, ανήκει στο Τοπικό διαμέρισμα Ακρωτηρίου του Δήμου Θήρας. Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους αποτελούσε ένα από τα καστέλια του νησιού. Έγινε παγκοσμίως γνωστό χάρη στον προϊστορικό οικισμό που ανακαλύφθηκε στις ανασκαφές, τις οποίες άρχισε συστηματικά στην περιοχή ο Σπύρος Μαρινάτος το1967.
Γεωγραφικά, η περιοχή αποτελεί πραγματικό ακρωτήριο με απόκρημνες ακτές, που προβάλλει επί 3 μίλια δυτικά του νότιου τμήματος της Σαντορίνης.
Στοιχεία για την κατοίκηση της Θήρας κατά την προϊστορική εποχή άρχισαν να έρχονται στο φως από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, όταν λόγω της χρησιμοποίησης θηραϊκής γης για τη μόνωση των τοιχωμάτων της διώρυγας του Σουέζ από τον Γάλλο μηχανικό Φερντινάν ντε Λεσσέψ (Ferdinard de Lesseps) το 1866 αποκαλύφθηκαν προϊστορικές αρχαιότητες. Οι πρώτες ανασκαφές στο Ακρωτήρι έγιναν από τον Γάλλο γεωλόγο και ηφαιστειολόγο Φερντινάν Φουκέ (Ferdinand André Fouqué). Μικρή ανασκαφική έρευνα επιχειρήθηκε το 1870 από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, με τον γεωλόγο Ανρί Γκορσί (Henri Gorceix) και τον Ανρί Μαμέ (Henri Mamet) στη θέση Φαβατάς (στη θέση του Συγκροτήματος Δ των σημερινών ανασκαφών, ονομαζόταν "φαβατάς" γιατί το μέρος έβγαζε πολύ φάβα), νότια του Ακρωτηρίου. Στην θέση αυτή περνούσε χείμαρρος, ο οποίος έφτανε στο επίπεδο των αρχαιοτήτων και είχε ήδη αρχίσει να αποκαλύπτει κάποιες από αυτές. Οι συστηματικές, πάντως, ανασκαφές ξεκίνησαν το 1967 από τον καθηγητή Σπύρο Μαρινάτο, με τις υποδείξεις του ντόπιου Νίκου Πελέκη και στο ίδιο σημείο που έκαναν τις ανασκαφές τους οι Γάλλοι.Ο Σπύρος Μαρινάτος ξεκίνησε τις ανασκαφές στο Ακρωτήρι στην προσπάθεια του να επαληθεύσει μια παλιά δική του θεωρία, που είχε δημοσιεύσει ως Έφορος Αρχαιοτήτων Κρήτης το 1939, ότι η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας προκάλεσε την κατάρρευση του πολιτισμού της Μινωικής Κρήτης. Η προετοιμασία έγινε το διάστημα 1962 με 1965. Μετά τον θάνατο του καθηγητή Μαρινάτου το 1974, η ανασκαφή συνεχίζεται κάτω από την διεύθυνση του καθηγητή Χρήστου Ντούμα.
Από τα ευρήματα των ανασκαφών είναι πλέον γνωστό ότι η περιοχή του Ακρωτηρίου κατοικήθηκε κατά την Ύστερη Νεολιθική περίοδο (γύρω στο 4500π.Χ.) και κατά τον 18ο αιώνα π.Χ. είχε εξελιχθεί σε πόλη. Στις αρχές του 17ου αιώνα π.Χ. ισοπεδώθηκε από σεισμό, αλλά ξανακτίστηκε επάνω στα ερείπια και άκμασε κατά την Υστεροκυκλαδική Ι περίοδο, μέχρι τον ενταφιασμό της από την Μινωική έκρηξη.
Η θέση ήταν ιδανική για ασφαλές αγκυροβόλιο, καθότι ήταν προστατευμένη από τους βόρειους ανέμους, ενώ ταυτόχρονα η μορφολογία του εδάφους ευνοούσε την ανάπτυξη γεωργικών δραστηριοτήτων. Πιθανολογείται ότι ήταν η πρωτεύουσα του νησιού, αλλά αυτό δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί. Η έκταση των ανασκαφών είναι κοντά στα 14 στρέμματα, ένα μικρό ποσοστό της προϊστορικής πόλης, που υπολογίζεται ότι ήταν περίπου 200 στρέμματα και είχε γύρω στους 30.000 κατοίκους.
Η δόμηση ήταν πυκνή και διέθετε πολυώροφα κτίρια με πλούσιες τοιχογραφίες, οργανωμένες αποθήκες, βιοτεχνικούς χώρους, άριστη πολεοδομική οργάνωση με δρόμους, πλατείες και είχε ένα πλήρως αναπτυγμένο αποχετευτικό σύστημα, το οποίο περνούσε κάτω από το λιθόστρωτο και συνδεόταν απευθείας με τα σπίτια. Τα οικοδομικά υλικά ήταν πέτρες, άργιλος, τούβλα λάσπης που ενισχύθηκαν με άχυρο, ξυλεία, γύψο μέσα και έξω. Το μεγάλο πλήθος από τοιχογραφίες, με τις οποίες ήταν διακοσμημένοι πολλοί από τους χώρους των κτιρίων, κατά κανόνα των άνω ορόφων, υποδηλώνουν μια εξελιγμένη και εκλεπτυσμένη αστική κοινωνία, η οποία ντυνόταν με πολυτέλεια, κομψότητα, και εντυπωσιακή πολυχρωμία
Το γεγονός ότι στον οικισμό δεν βρέθηκαν καθόλου ανθρώπινοι σκελετοί μαρτυρά ότι μια σειρά από προειδοποιητικούς σεισμούς εξανάγκασε τους κατοίκους να τον εγκαταλείψουν έγκαιρα. Πάντως πριν ταφεί ο οικισμός από την τέφρα της ηφαιστειακής έκρηξης, είχε χτυπηθεί από μεγάλο σεισμό. Κάποιοι κάτοικοι επέστρεψαν αργότερα στον οικισμό για να απεγκλωβίσουν όσους δεν είχαν προλάβει να φύγουν και να συλλέξουν πολύτιμα και προσωπικά αντικείμενα. Άλλα πρόδρομα της ηφαιστειακής εκρήξεως φαινόμενα, όμως, ανάγκασαν τους κατοίκους να ξαναεγκαταλείψουν την πόλη, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι οι εργασίες διάνοιξης των δρόμων δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, ενώ ένας μεγάλος αριθμός από αγγεία βρέθηκαν πάνω σε σωρούς μπαζών, όπου, προφανώς, είχαν τοποθετηθεί αρχικά για να μεταφερθούν σε πιο ασφαλείς θέσεις. Ενδείξεις για το που κατέφυγαν δεν έχουμε. Ο χρόνος, πάντως, μεταξύ του μεγάλου σεισμού και της ηφαιστειακής έκρηξης δεν πρέπει να υπερέβαινε τις λίγες δεκάδες μέρες, ενώ η χρονική διάρκεια από τις πρώτες εκρήξεις μέχρι την δημιουργία της καλδέρας υπολογίζεται σε δύο με τρία εικοσιτετράωρα.
Τα αλλεπάλληλα κύματα της τέφρας παρέσυραν τις στέγες και τα ανώτερα τμήματα των κτηρίων του οικισμού.Μετά την ηφαιστειακή έκρηξη και την απόθεση των ηφαιστειακών υλικών που οδήγησε στον ενταφιασμό του οικισμού, ακολούθησε καταρρακτώδης βροχή, η οποία διέβρωσε την ελαφρόπετρα και την τέφρα και σε πολλές περιπτώσεις έφτασε μέχρι και το προεκρηξιακό έδαφος. Η βροχή αυτή μετέφερε ρευστή λάσπη στα ισόγεια των κτιρίων του οικισμού, κάτι που οδήγησε τόσο στη διατήρηση του περιεχομένου τους, όσο και στην παραμονή στη θέση τους των δαπέδων των υπερκείμενων ορόφων
Η πρώτη κλασσική χρονολόγηση της Μινωικής έκρηξης βασίστηκε σε συγκριτικές μελέτες της τεχνικής των αγγείων και σε Αιγυπτιακές πηγές και είχε εκτιμηθεί ότι η έκρηξη του ηφαιστείου που κατέστρεψε την πόλη είχε συμβεί το 1500 π.Χ.. Οι απόλυτες χρονολογήσεις, όμως, που έγιναν με βάση τον ραδιενεργό άνθρακα, τη δενδροχρονολόγηση και την παγοχρονολόγηση μετατόπισαν την ημερομηνία 100 με 150 χρόνια παλαιότερα, ενώ η πλέον πρόσφατη χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα ενός κλαδιού ελιάς που θάφτηκε από την τέφρα της έκρηξης τοποθετεί την ημερομηνία μεταξύ 1627 και 1600 π.Χ. με πιο πιθανό το διάστημα μεταξύ 1613 με 1614 π.Χ.. Η νέα χρονολόγηση αποδεικνύει την μη σύνδεση της έκρηξης με την καταστροφή του Μινωικού πολιτισμού.Οι εκτιμήσεις, πάντως, δείχνουν ότι η έκρηξη αυτή αποτέλεσε την μεγαλύτερη έκρηξη ηφαιστείου στον κόσμο τα τελευταία 10.000 χρόνια.
Σε σχέση με την εποχή του χρόνου που έγινε η έκρηξη, πιθανολογείται ότι ήταν άνοιξη, καθώς έχουν ανακαλυφθεί στο στρώμα των υλικών της έκρηξης κόκκοι γύρης από ελιές και κωνοφόρα δέντρα
Τα κτίρια είχαν δύο ή τρεις ορόφους και πολλά δωμάτια. Τα πλουσιότερα ήταν κατασκευασμένα από πελεκητές πέτρες, τα οποία, για αυτόν τον λόγο, οι αρχαιολόγοι τα ονομάζουνξεστές. Τα υπόλοιπα κτίρια ήταν κατασκευασμένα από τούβλα λάσπης ενισχυμένα με άχυρα, ξύλα και γύψο. Η θεμελίωση κατά κανόνα ήταν ρηχή και πολλές φορές υπήρχε τεχνητή επίχωση. Σε δύο περιπτώσεις, κάτω από την Ξεστή 3 και κάτω από τα θεμέλια του μεσοκυκλαδικού κτιρίου, πάνω στα ερείπια του οποίου χτίστηκε η Δυτική οικία, βρέθηκε στρώση από χαλαρά θραύσματα πορώδους λάβας διατομής 4 με 6 εκατοστών (αδράλια), η οποία έπαιζε τον ρόλο σεισμικής μόνωσης.Τα δάπεδα των ορόφων κατασκευάζονταν από ξύλα και καλάμια, πάνω στα οποία υπήρχε πατημένο χώμα, στο οποίο συχνά τοποθετούσαν σχιστολιθικές πλάκες ή βότσαλα. Με ξύλα και καλάμια κατασκευαζόταν και η στέγη, πάνω στην οποία τοποθετούσαν, επίσης, πατημένο χώμα, το οποίο δρούσε ως μονωτικό και εξασφάλιζε δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα.
Οι κάτω όροφοι χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες, εργαστήρια ή μύλοι, ενώ οι πάνω όροφοι ήταν οι χώροι διαμονής των κατοίκων. Στα πιο πλούσια σπίτια, συχνά, οι τοίχοι των πάνω ορόφων ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες. Οι δρόμοι της πόλης ήταν λιθόστρωτοι. Η αποχέτευση των κτιρίων γινόταν με πήλινους σωλήνες που βρίσκονταν μέσα στους τοίχους των κτιρίων και κατέληγαν σε χτιστούς υπονόμους κάτω από τους λιθόστρωτους δρόμους.
Το μεγάλο πλήθος από τοιχογραφίες που βρέθηκε κατά την διάρκεια των ανασκαφών είναι πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την καθημερινή ζωή στο Ακρωτήρι, την θρησκεία και την φύση του νησιού. Έχουν φιλοτεχνηθεί κατά βάση με την τεχνική της νωπογραφίας (buon fresco), δηλαδή η απόδοση του έργου γινόταν πάνω στο νωπό ακόμα ασβεστολιθικό κονίαμα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα χρώματά τους να παραμένουν ανεξίτηλα. Συχνά, όμως, το κονίαμα στέγνωνε πριν την ολοκλήρωση της εργασίας του καλλιτέχνη, ο οποίος συνέχιζε την εργασία του πάνω σε στεγνό πλέον τοίχο. Σε αυτά τα σημεία, η προστασία της τοιχογραφίας γίνεται σήμερα με χημικά μέσα..
Υπήρχαν δύο τύποι χρωμάτων: τα ορυκτά, όπως ήταν το σκούρο κόκκινο, το οποίο ήταν υλικό με μεγάλη περιεκτικότητα σε σίδηρο και τα τεχνητά, όπως το γαλάζιο το οποίο ήταν πυρίτιο με οξείδια χαλκού και ασβεστίου. Μεγάλη έκπληξη προκαλεί στους επιστήμονες το γεγονός ότι με τη φασματοσκοπική μέθοδο ανακαλύφθηκε ότι το ιώδες χρώμα σε λεπτομέρειες της τοιχογραφικής σύνθεσης με τις κροκοσυλλέκτριες είναι πορφύρα, γεγονός που αποδεικνύει ότι το επίπεδο τεχνογνωσίας και πολιτισμού του νησιού ήταν ιδιαίτερα υψηλό.Τα θέματα των τοιχογραφιών ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπα για την εποχή τους, ενώ υπήρχε ιδιαίτερη ελευθερία στον σχεδιασμό και στην χρήση των χρωμάτων.
Σημαντικές ήταν και οι λεγόμενες μικρογραφικές τοιχογραφίες, οι οποίες ήταν μακριές παραστάσεις με μορφές μικρού μεγέθους, οι οποίες ήταν τοποθετημένες στο ύψος του ματιού
Το στρώμα τέφρας και ελαφρόπετρας που κάλυψε τον οικισμό μετά την ηφαιστειακή έκρηξη δημιούργησε στο Ακρωτήρι το ιδανικό περιβάλλον έλλειψης οξυγόνου που απαιτείται για τη διατήρηση φθαρτών υλικών. Έτσι το Ακρωτήρι είναι ένας από τους ελάχιστους χώρους στην Ελλάδα που διασώζει μαρτυρίες για προϊστορικές τέχνες όπως η επιπλοποιία, η ξυλογλυπτική, η καλαθοπλεκτική και η κατασκευή μουσικών οργάνων, τέχνες ουσιαστικά άγνωστες, κατά τα άλλα, στη σύγχρονη έρευνα του προϊστορικού Αιγαίου ή γνωστές μόνο έμμεσα από απεικονίσεις στην τέχνη και αναφορές στα μυκηναϊκά αρχεία της Γραμμικής Β γραφής. Στη διατήρηση αντικειμένων από φθαρτά υλικά στο Ακρωτήρι συνέβαλε σε ορισμένες περιπτώσεις και η μερική απανθράκωσή τους. Στις περιπτώσεις που αποσυντέθηκαν τελικά, έμειναν συχνά στη θέση τους, μέσα στο ηφαιστειακό υλικό, κοιλότητες ή αποτυπώματα αντίστοιχου σχήματος. Γεμίζοντας τέτοιες κοιλότητες με γύψο κατά τη διάρκεια της ανασκαφής ανακτώνται πιστά εκμαγεία των αντικειμένων που αποσυντέθηκαν.
Σημαντικότερες μαρτυρίες για την κατασκευή φθαρτών τεχνουργημάτων στο Ακρωτήρι είναι τα εκμαγεία κρεβατιών από το Συγκρότημα Δ και το Άνδηρο των Κλινών, το εκμαγείο ενός τραπεζιού με γλυπτά πόδια από το Συγκρότημα Δ, ένα σύνολο ξύλινων κρουστών κροτάλων από την Ξεστή 4 με ανάγλυφη παράσταση πουλιών και κρόκων, και μεγάλος αριθμός αποτυπωμάτων και απανθρακωμένων τεμαχίων πλεκτών καλαθιών από το Συγκρότημα Δ, τον Μυλώνα του Τομέα Α, τη Δυτική Οικία και άλλα σημεία του οικισμού
Από τα ευρήματα των ανασκαφών προκύπτει ότι η κοινωνία του Ακρωτηρίου δεν διοικούνταν από έναν μονάρχη, αλλά από μια ελίτ, η οποία δραστηριοποιούνταν σε δύο κυρίως τομείς, τοθαλάσσιο εμπόριο και τη βιοτεχνία, αφού η γεωργία στη γύρω περιοχή δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες του μεγάλου πληθυσμού. Τα πλοία των τοιχογραφιών φαίνονται ικανά για μακρινά ταξίδια, ενώ το λιμάνι του Ακρωτηρίου πρέπει να ήταν ένα από τα σημαντικότερα της εποχής του. Απόδειξη των εμπορικών σχέσεων των κατοίκων με άλλες περιοχές τηςΜεσογείου είναι η εύρεση στο Δωμάτιο Δ9 δοχείου από την Χαναάν και των σφραγισμάτων από την Κρήτη στο δωμάτιο Δ18Β.
Στα σπαράγματα των επιγραφών που βρέθηκαν στο Δωμάτιο Δ18Α αναφέρονται εξαιρετικά μεγάλες ποσότητες υφασμάτων, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο οικισμός ήταν τόπος συγκέντρωσης και επεξεργασίας του μαλλιού που παραγόταν από τα γειτονικά νησιά, πιθανώς από την Ίο, την Σίκινο, την Φολέγανδρο και την Ανάφη. Παράλληλα στο Ακρωτήρι έχουν βρεθεί ίνες μαλλιού, οι οποίες, με βάση εργαστηριακές αναλύσεις, είναι οι παλαιότερες διατηρημένες αποδείξεις χρήσης του μαλλιού στη Μεσόγειο, εκτός από την περίπτωση της Αιγύπτου, όπου επίσης υπάρχουν αντίστοιχα ευρήματα.
Οι κάτοικοι του οικισμού είχαν αναπτύξει σε υψηλό βαθμό την πυροτεχνολογία και η χρήση της φωτιάς εντοπίζεται τόσο στα σπίτια, όσο και στις οικονομικές και θρησκευτικές δραστηριότητες. Από τις αρχές της τρίτης χιλιετίας π.χ. εντοπίζεται η ύπαρξη μόνιμων και φορητών εστιών μαγειρικής και κινητών ή σταθερών φούρνων, λείψανα στάχτης και κάρβουνα, ταψιά, ψηστιέρες και υποδοχές για σουβλάκια, μαγκάλια και επίπεδες πλάκες για το ψήσιμο πίτας
Η στέγαση της προϊστορικής πόλης του Ακρωτηρίου κρίθηκε αναγκαία από τον Σπύρο Μαρινάτο προκειμένου να προστατευθούν τα οικοδομήματα που έρχονταν στο φως. Η ιδέα αυτή είχε έντονα επικριθεί την εποχή εκείνη. Η προσωπικότητα όμως του Μαρινάτου επέβαλε τη λύση αυτή, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή από το 1968. Παραπλεύρως του στεγάστρου οικοδομήθηκαν εργαστήρια, αποθήκες και ξενώνες, απαραίτητα για την εξέλιξη της ανασκαφικής δραστηριότητας. Το παλαιό στέγαστρο, στα τριάντα περίπου χρόνια ζωής του, αποδείχθηκε σωτήριο για τα μνημεία, όμως ο μεταλλικός σκελετός του από DEXION, λόγω της γειτνίασης με τη θάλασσα και λόγω των οξειδίων που περιέχονται στα ηφαιστειακά υλικά των επιχώσεων, είχε έντονα διαβρωθεί, ενώ η επικάλυψη του στεγάστρου με φύλλα αμιαντοτσιμέντου ELLENIT ήταν ανθυγιεινή και αντίθετη με την υφιστάμενη κοινοτική νομοθεσία. Κρίθηκε, λοιπόν, απαραίτητη η αντικατάσταση του παλαιού στεγάστρου με νέο, το οποίο να καλύπτει τόσο τις λειτουργικές ανάγκες της ανασκαφής και ταυτόχρονα να μπορεί να αναδείξει τον αρχαιολογικό χώρο

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Αλέξανδρος Παναγούλης


Ο Αλέξανδρος Παναγούλης (2 Ιουλίου 19391 Μαΐου 1976) υπήρξε πολιτικός και ποιητής. Δραστηριοποιήθηκε στον αγώνα κατά της Δικτατορίας της Χούντας των Συνταγματαρχών (1967-1974). Παγκόσμια γνωστός, ιδιαίτερα για την θαρραλέα του πράξη, την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου στις 13 Αυγούστου 1968, αλλά και για την αντοχή του στα βασανιστήρια που ακολούθησαν. Στην μεταπολίτευση εκλέχθηκε βουλευτής με την Ένωση Κέντρου (Ε.Κ.).
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης γεννήθηκε στην Γλυφάδα. Δευτερότοκος γιος της Αθηνάς Κακαβούλη και του Βασιλείου Παναγούλη, αξιωματικού του στρατού ξηράς. Αδερφός του Γεωργίου Παναγούλη, θύματος του καθεστώτος των Συνταγματαρχών, και του Ευσταθίου Παναγούλη, μετέπειτα πολιτικού άνδρα. Από την πλευρά του πατέρα του κατάγεται από την Δίβρη (Λαμπεία) Ηλείας και από την πλευρά της μητέρας του από το Σύβρο Λευκάδας. Εξαιτίας της κατοχής από τις δυνάμεις του Άξονα, ο Α. Παναγούλης πέρασε μέρος της παιδικής του ηλικίας στη Λευκάδα. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στην Σχολή Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων.
Πνεύμα ελεύθερο και δημοκρατικό, ο Αλέξανδρος Παναγούλης εντάχθηκε από νεαρή ηλικία στις κεντρώες πολιτικές δυνάμεις του τόπου: στην Ένωση Κέντρου (Ε.Κ.) του Γεωργίου Παπανδρέου. Συγκεκριμένα ο Α. Παναγούλης εντάχθηκε στην οργάνωση της νεολαίας του κόμματος – Οργάνωση Νέων της Ένωσης Κέντρου (Ο.Ν.Ε.Κ.) που μετονομάζεται στη συνέχεια σε Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία (Ε.ΔΗ.Ν.) – για να αναλάβει μετά την μεταπολίτευση την προεδρία της στις 3 Σεπτεμβρίου του 1974.
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης συμμετείχε ενεργά στον αγώνα για την επαναφορά της δημοκρατίας και εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος του Γ. Παπαδόπουλου (1967-1974). Λιποτάκτησε από το στράτευμα και ίδρυσε την οργάνωση Εθνική Αντίσταση. Αυτοεξορίστηκε στην Κύπρο για να καταστρώσει σχέδιο δράσης. Εκεί έρχεται σε επαφή με τους πολιτικούς άνδρες του τόπου, όπως ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, με σκοπό να τους ζητήσει να συνδράμουν στην αντίσταση. Επανέρχεται στην Ελλάδα και μαζί με στενούς του συνεργάτες σχεδιάζει την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου την 13η Αυγούστου 1968 κοντά στη Βάρκιζα. Αποτυγχάνει και συλλαμβάνεται. Όπως σημειώνει η Οριάνα Φαλάτσι στην συνέντευξη της με τον Αλέξανδρο Παναγούλη μετά την απελευθέρωση του, η πράξη του ήταν μια πολιτική πράξη εναντίον της δικτατορίας. Η Φαλάτσι αναφέρει τον Α. Παναγούλη ως εξής: Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο[1]
Μετά από μερόνυχτα συνεχούς βασανισμού, οδηγείται ημιθανής στο νοσοκομείο και κατόπιν δικάζεται από το Στρατοδικείο στις 3 Νοεμβρίου 1968[2] και καταδικάζεται δις εις θάνατον, μαζί με άλλα μέλη της Εθνικής Αντίστασης, στις 17 Νοεμβρίου 1968[1]. Μεταφέρεται στην Αίγινα για την εκτέλεση η οποία όμως ματαιώθηκε χάρη στις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας και αφού προσπάθησαν να πείσουν τον Παναγούλη να υπογράψει για να του δοθεί χάρη. Στις 25 Νοεμβρίου 1968 ο Παναγούλης μεταφέρθηκε από την Αίγινα στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου (Σ.Φ.Μ.), όπου και του επιβλήθηκε η "ποινή του εντοιχισμού" όπως λέει ο ίδιος.[3] Από εκεί δραπετεύει στις 5 Ιουνίου 1969, συλλαμβάνεται όμως εκ νέου και οδηγείται προσωρινά στο στρατόπεδο στου Γουδή για να μεταφερθεί μετά από ένα μήνα και πάλι στις φυλακές Μπογιατίου. Εκεί τον περιμένει η απομόνωση σε κελί που το έφτιαξαν ειδικά για τον Παναγούλη και ήταν σαν αντίγραφο τάφου. Επιχειρεί να δραπετεύσει αρκετές φορές ανεπιτυχώς. Γράφει ποιήματα ως διέξοδο. Συνεχίζει να γράφει ακόμα και όταν του κατάσχουν κάθε γραφική ύλη χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του και για χαρτί τους τοίχους του κελιού-τάφου του.
Ο Α. Παναγούλης σύμφωνα με ορισμένους αρνείται την πρόταση απονομής χάριτος που του προσέφερε η χούντα. Τον Αύγουστο του 1973 – μετά από τεσσεράμισι σχεδόν χρόνια φυλάκισης – απελευθερώθηκε βάση της γενικής αμνηστίας που απένειμε το καθεστώς των συνταγματαρχών στους πολιτικούς κρατούμενους, κατόπιν της αποτυχημένης προσπάθειας του Γ. Παπαδόπουλου να φιλελευθεροποιήσει το καθεστώς του. Αυτοεξορίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στην Φλωρεντία της Ιταλίας, για να επαναδραστηριοποιηθεί στην αντίσταση, ουσιαστικά όμως συνεχίζει την αντίσταση στην Ελλάδα ερχόμενος κρυφά όπου και οργανώνει ομάδες αντίστασης.
Στην μεταπολίτευση ο Αλέξανδρος Παναγούλης εκλέγεται βουλευτής της Β΄ Αθηνών με την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις (Ε.Κ.-Ν.Δ., σήμερα Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου), καθώς αρνείται να συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ και με τον Ανδρέα Παπανδρέου τον οποίο παρομοίζε με φασίστα και έλεγε πως ήταν ο Έλληνας Μουσολίνι, στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974.
Επιδιώκει την απομόνωση των πολιτικών που συνεργάστηκαν με το δικτατορικό καθεστώς της Χούντας και εξαπολύει σωρεία καταγγελιών. Λίγο μετά την εκλογή του έρχεται σε ρήξη με την ηγεσία του κόμματος του γιατί είχε συγκεντρώσει στοιχεία για τη συνεργασία του Δημήτρη Τσάτσου με το χουντικό καθεστώς, με συνέπεια να αρνηθεί να συνυπάρξει με τον "προδότη" στο ίδιο κόμμα και παραιτείται. Παρέμεινε όμως στη Βουλή των Ελλήνων ως ανεξάρτητος βουλευτής. Επιμένει στις καταγγελίες του και έρχεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης, Ευάγγελο Αβέρωφ και τον Δημήτρη Τσάτσο. Δέχθηκε πολιτικές πιέσεις αλλά και απειλές για τη ζωή του για να αποσύρει τις καταγγελίες του, όπως διαρρήξεις στο πολιτικό του γραφείο, μηνύματα που του άφηναν άγνωστοι κλπ.
Σκοτώνεται την πρωτομαγιά του 1976[4] σε ηλικία 36 ετών κατόπιν τροχαίου ατυχήματος στην λεωφόρο Βουλιαγμένης (το αυτοκίνητό του πήγε και έπεσε σε υπόγειο κατάστημα επί της λεωφόρου κάθετα στην πορεία), λίγες μέρες πριν την αποκάλυψη των φακέλων σχετικά με τα όργανα ασφαλείας της Χούντας (Φάκελος ΕΣΑ). Η αποκάλυψη των φακέλων, που δεν έλαβε χώρα ποτέ, λέγεται ότι περιείχε αδιαμφισβήτητες αποδείξεις εις βάρος ορισμένων πολιτικών που συνεργάστηκαν με την χούντα. Κατά πολλούς, το τροχαίο ατύχημα είχε στηθεί για να θέσει τον Αλέξανδρο Παναγούλη εκτός μάχης και να εξαφανίσει τις αποδείξεις που είχε υπό την κατοχή του. Δεν έχει παρουσιαστεί ωστόσο μέχρι σήμερα κανένα τεκμήριο για όλες αυτές τις εικασίες.
Η ζωή και το έργο του Αλέξανδρου Παναγούλη τροφοδότησε τους καλλιτεχνικούς κύκλους. Συγκεκριμένα, ο διάσημος μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, κατατρεγμένος επίσης για τα πολιτικά του πιστεύω από την Χούντα των Συνταγματαρχών, μελοποίησε ποιήματα του. Ακόμη, η ποίηση και η ζωή του Α. Παναγούλη έγινε αντικείμενο μελέτης για πολλούς ερευνητές. Σε αυτή την ομάδα εντάσσεται και το έργο Un Uomo (Ένας Άντρας) που εκπονήθηκε από την Ιταλίδα δημοσιογράφο και σύντροφο του Οριάνα Φαλάτσι.
Κατά πολλούς, ο Αλέξανδρος Παναγούλης, ο παραλίγο «τυραννοκτόνος», με την θαρραλέα του πράξη (την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα) έχει καθιερωθεί σαν σύμβολο της ελευθερίας, της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών και χάρη στο πολιτικό του ήθος εμπνέει τις νέες γενιές στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς.
Η ελληνική πολιτεία, κατόπιν παρότρυνσης συναγωνιστών, φίλων και θαυμαστών του, για την αναγνώριση της προσφοράς του Αλέξανδρου Παναγούλη εξέδωσε σαν ελάχιστο φόρο τιμής γραμματόσημο (σειρά «Πρόσωπα» - 20 δρχ. του 1996), τηλεκάρτα (100 μονάδων του 1996) και έδωσε το όνομα του σε δημόσιους χώρους (π.χ. δρόμους, πλατείες), μεταξύ των οποίων και ο σταθμός «Άγιος Δημήτριος/Αλέξανδρος Παναγούλης» του μετρό της Αθήνας (2004).

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Ναός του Ολυμπίου Διός


Ο ναός του Ολυμπίου Διός ή Ολυμπιείο ή οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός είναι ένας σημαντικός αρχαίος ναός στο κέντροΑθήνας. Παρότι η κατασκευή του ξεκίνησε τον 6ο αιώνα π.Χ., δεν ολοκληρώθηκε παρά επί του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού τον 2ο αιώνα μ.Χ.. Αποτέλεσε τον μεγαλύτερο ναό τηςΕλλάδας κατά τους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους.
Ο ναός βρίσκεται νοτιοανατολικά της Ακρόπολης και περίπου 700 μέτρα από τοκέντρο της Αθήνας. Τα θεμέλια του πρώτου ναού στο χώρο, είχε κτίσει ο τύραννος των Αθηνών Πεισίστρατος το 515 π.Χ. αλλά οι εργασίες σταμάτησαν όταν ο γιος του Πεισιστράτου, Ιππίας εξοστρακίστηκε το 510 π.Χ.
Κατά τη διάρκεια της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, ο ναός παρέμεινε ημιτελής, προφανώς επειδή οι Έλληνες της κλασσικής περιόδου θεωρούσαν ύβρη να κατασκευάζουν κτίρια τέτοιου μεγέθους. Στο έργο του Πολιτική ο Αριστοτέληςχρησιμοποιεί το ναό σαν ένα παράδειγμα για το πως τα τυραννικά καθεστώτα αναγκάζουν τον πληθυσμό να ασχολείται με τεράστια έργα, μην αφήνοντας τους χρόνο, ενέργεια και τρόπους αντίδρασης.
Η αποπεράτωση του ναού έγινε τον 3ο αιώνα π.Χ. κατά τη διάρκεια τηςΜακεδονικής κυριαρχίας στην Ελλάδα υπό την αιγίδα του Ελληνιστικού βασιλιάΑντιόχου του Δ' Επιφανή, που προσέλαβε το Ρωμαίο αρχιτέκτονα Κοσσούτιο να σχεδιάσει τον μεγαλύτερο ναό στον γνωστό τότε κόσμο. Όταν ο Αντίοχος πέθανε το 164 π.Χ. η κατασκευή του ναού σταμάτησε ξανά.
Το 86 π.Χ. όταν οι Ελληνικές πόλεις εισήλθαν κάτω από Ρωμαϊκή κυριαρχία, ο στρατηγός Κορνήλιος Σύλλας πήρε 2 κολώνες από τον μισοτελειωμένο ναό στηΡώμη για να διακοσμήσει το ναό του Δία στο λόφο του Καπιτωλίου. Οι κολόνες αυτές επηρέασαν την διάδοση και άνθιση του κορινθιακού ρυθμού στην Ρώμη.
Το 2ο αιώνα π.Χ. ο ναός ολοκληρώθηκε το 129 μ.Χ. (ή το 131 μ.Χ. κατά άλλους) τελικά από τον αυτοκράτορα Αδριανό που ήταν ένας μεγάλος θαυμαστής του ελληνικού πολιτισμού.
Ο ναός κατασκευάστηκε από Πεντελικό μάρμαρο και είχε 96 μέτρα μήκος στις άκρες του και 40 μέτρα στην ανατολική και δυτική πρόσοψη. Είχε 104 κολώνες Κορινθιακού ρυθμού, η κάθε μία 17 μέτρα ύψος, 2.6 μέτρα διάμετρο και βάρος 364 τόνους περίπου. 48 κολόνες στεκόταν σε τριπλή σειρά κάτω από τα αετώματα και 56 σε διπλή σειρά στα άκρα. Μόνο 15 από τις αρχικές κολόνες του ναού παραμένουν όρθιες σήμερα. Ένας θυελλώδης άνεμος έριξε μια κολόνα το 1852, η οποία βρίσκεται στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Ο Αδριανός αφιέρωσε το ναό στον Δία. Ανέγειρε επίσης ένα τεράστιο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία στο σηκό του ναού. Τ' αετώματα κοσμούνταν από πολλά αγάλματα, αλλά και σ' ολόκληρο το ναό υπήρχαν αγάλματα και προτομές φημισμένων ανδρών. Οι Αθηναίοι, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στον Αδριανό, του έκτισαν άγαλμα πίσω απ' το ναό. Δυστυχώς κανένα από τα γλυπτά που κοσμούσαν το ναό, δεν έχει διασωθεί. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς καταστράφηκε ο ναός αλλά εικάζεται ότι όπως και άλλα μεγάλα κτίρια στην Αθήνα καταστράφηκε μάλλον από κάποιο σεισμό κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων και τα ερείπια του χρησιμοποιήθηκαν
Ο ναός ανασκάφηκε το 1889-1896 από τον Φράνσις Πένροουζ (Francis Penrose) της Βρεταννικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας, το 1922 από το Γερμανό αρχαιολόγο Γκαμπριέλ Βέλτερ (Gabriel Welter) και από το 1960 από Έλληνες αρχαιολόγους με επικεφαλής τον Ιωάννη Τραυλό.
Σήμερα ο ναός αποτελεί υπαίθριο επισκέψιμο μουσείο, μέρος ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας. Ως ιστορικός χώρος προστατεύεται και επιβλέπεται από την Εφορεία αρχαιοτήτων.
Την 21η Ιανουαρίου 2007, μία ομάδα Ελλήνων πολυθεϊστών πραγματοποίησαν μια τελετή για να τιμήσουν τον Δία στο χώρο του ναού. Η εκδήλωση που έτυχε παγκόσμιου ενδιαφέροντος και ειδησεογραφικής κάλυψης οργανώθηκε από τον Σύλλογο Ελλιναΐς που κέρδισε δικαστικά την Άνοιξη του 2006 το δικαίωμα να αναγνωρίζεται ως αναγνωρισμένη θρησκεία και να επιτελεί αρχαίες ελληνικές θρησκευτικές

Την 28η Ιουνίου 2001 ο Βαγγέλης Παπαθανασίου οργάνωσε τη χορωδιακή συμφωνία Μυθωδία που στο ναό του Ολυμπίου Διός στο πλαίσιο της αποστολής της ΝΑΣΑ στον Άρη. Στη συναυλία συμμετείχαν οι σοπράνο Τζέσι Νόρμαν και Κάθλιν Μπατλ. Τη συναυλία κάλυψαν 20 τηλεοπτικά δίκτυα, από την Αμερική, την Αυστραλία, τον Καναδά, την Ιαπωνία και χώρες της Ευρώπης, υπό τη διεύθυνση του Ιρλανδού κινηματογραφιστή Ντέκλαν Λόουνι. Η χορωδιακή συμφωνία συγκέντρωσε χιλιάδες κόσμο μέσα στο χώρο του Ολυμπιείου, αλλά και έξω από το ναό, στους άδειους από οχήματα δρόμους της Αθήνας. Μαζί με την Τζέσι Νόρμαν συνέπραξε η σοπράνο Καθλίν Μπατλ, η μητροπολιτική ορχήστρα του Λονδίνου και η χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής καθώς και πάνω από εκατό άτομα ντυμένα με αρχαία ελληνικό ενδύματα. Η οθόνη που έχει τοποθετηθεί στο Ολυμπιείο συνέδεσε οπτικά με εικόνες από αρχαίες ελληνικές παραστάσεις -αγγεία, τοιχογραφίες και αγάλματα- τη μουσική με εικόνες από τον πλανήτη Αρη.